Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Τό νῦν τοῦ Θεοῦ καί τό ἀμήν τοῦ ἀνθρώπου

  Ὁ ἀπόστολος Παῦλος, στήν περικοπή Β΄ Κορινθίους 6,1-10, μᾶς ἐπισημαίνει τό κατεπεῖγον τῆς σωτηρίας καί τήν ἀναγκαιότητα τῆς ἀνταπόκρισης στή χάρη τοῦ Θεοῦ.
Παραθέτει χωρίο ἀπό τό τεσσαρακοστό ἔνατο κεφάλαιο τοῦ προφήτη Ἠσαΐα, ὅπου τό «ἐπήκουσά σου» ἀποτελεῖ προφητικό ἀόριστο, καί τονίζει τό παρόν τῆς σωτηρίας: «Ἰδοὺ νῦν καιρὸς εὐπρόσδεκτος, ἰδοὺ νῦν ἡμέρα σωτηρίας». Μέ τό «ἰ­δοὺ» καταδεικνύει τήν ἰδιαίτερη βαρύτητα, τή σοβαρότητα τοῦ ζητήματος, ὅπως φαίνεται καί στήν παράθεση τοῦ ἰδίου ἐπιρρήματος (ἑβρ. hineh) στούς προφῆτες, ἀλλά καί μέ τό «νῦν» ἐπισημαίνει τό κατεπεῖγον.
  Ἔχει μεγάλη σημασία ἡ εἰλικρινής ἀποδοχή τῆς θείας χάριτος. Τώρα προσφέ­ρεται, τώρα χρειάζεται ἡ ἀνταπόκρισή μας στή δωρεά τοῦ Θεοῦ. Εἶναι μεγάλη ἀ­φρο­σύνη ἡ ἀναβολή. 
  Βεβαίως ἐμεῖς πολλές φορές νομίζουμε ὅτι ὁ χρόνος εἶναι δικός μας, ὅτι μπρο­στά μας ἔχουμε ἀρκετό χρόνο γιά τήν ἐπιστροφή μας στόν Θεό. Ἀλλά ὁ χρόνος μα­κριά ἀπό τόν Θεό εἶναι χρόνος χωρίς τόν Θεό. Πορευόμαστε μέσα στή ματαιό­τητα τοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος παρέρχεται μαζί μέ τίς ἐπιθυμίες του. Ἡ ἁμαρτία εἶναι γλυκιά στή γεύση. Ὅμως δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά μυρμηκολέων, ὅπως τή χαρακτη­ρί­ζουν οἱ Πατέρες. Στήν ἀρχή τή θεωροῦμε μικρή σάν τό μυρμήγκι, ἀλλά στό τέλος ἀποδεικνύεται μεγάλη καί ἐπικίνδυνη σάν τό λιοντάρι. 
  Χρειάζεται ἡ πίστη. Χρειάζονται ὅμως καί τά ἔργα μας καί οἱ καλοσύνες μας, ἡ ὑπηρεσία στόν συνάνθρωπό μας, γιά νά σωθοῦμε, πορευόμενοι μέσα στή χάρη τῶν Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας. Τό κακό παράδειγμά μας καί ἡ μακράν τοῦ Θεοῦ ζωή μας ἔχουν ἀρνητική ἐπίδραση στούς ἀδελφούς μας. Ἡ δέ σπατάλη ἀλλά καί ἡ μή ἀξιοποίηση τῶν χαρισμάτων, τό καταχώνιασμα στή γῆ τοῦ ταλάντου πού μᾶς ἐμπι­στεύθηκε ὁ Θεός, ἔχουν πολύ ἀρνητικό ἀντίκτυπο στή σωτηρία μας.
  Tώρα, λοιπόν, εἶναι τό momentum, ἡ ἀκριβής στιγμή. Ἔχει ἔλθει ἡ ὥρα τῆς σω­τηρίας. Εἶναι ἡ ὥρα νά ἐγερθοῦμε ἀπό τόν ὕπνο τῆς ἁμαρτίας, τῆς ἀκηδίας, τῆς ἀμέλειας. Γνωρίζουμε τόν καιρό, ὅπως μᾶς λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Ὀφείλουμε νά τό συνειδητοποιήσουμε τώρα, διότι τό μέλλον δέν εἶναι δικό μας, ἀλλά τοῦ Θεοῦ. Εἶναι πολύ ἄσχημο νά μή γνωρίζουμε τόν καιρό «τῆς ἐπισκοπῆς» μας, τότε πού ὁ Θεός μᾶς ἐπισκέπτεται μέ τόν λόγο του, μέ τά Μυστήριά του, μέ τά σημεῖα τῶν και­ρῶν. Ἀπό ἐμᾶς θά ἀρχίσει ὁ χρόνος τοῦ «κρίματος», τῆς κρίσης τοῦ Θεοῦ. Ὄχι μό­νον εἶναι «ἐγγὺς» ὁ καιρός, ἀλλά ἤδη «πάρεστι», εἶναι παρών. Τώρα προσφέρεται ἡ σωτηρία μας. Ἐάν χάσουμε τό timing, τήν κατάλληλη στιγμή, θά ἀπολέσουμε καί τή σωτηρία μας. 
Εἶναι πλέον ὁ καιρός νά ζήσουμε γι’ Αὐτόν πού πέθανε γιά ἐμᾶς. Τώρα, ὄχι αὔριο, νά μεριμνήσουμε γιά  τή σωτηρία μας. Ὁ δρόμος τοῦ αὔριο ὁδηγεῖ στήν πόλη τοῦ ποτέ.   Ἐάν τώρα λέγουμε «οὔπω καιρός», αὔριο θά λέγουμε «οὐκέτι καιρός»˙ δέν ὑπάρχει πλέον χρόνος.
  Ὅπως παρατηρεῖ ὁ ἱερός Χρυσόστομος, πόσο ἔπρεπε νά κοπιάσουμε γιά νά ἐπιτύχουμε αὐτήν τήν εὐκαιρία; Ἀλλά τώρα ἔφθασε, χωρίς νά κοπιάσουμε καθόλου. Εἶναι εὐπρόσδεκτη ἡ εὐκαιρία, εἶναι ἡ κατάλληλη στιγμή τώρα, ἐπειδή τώρα ὁ Κύ­ριος ἀποδέχεται καί ἁγιάζει ἐμᾶς πού τόσο ἁμαρτήσαμε˙ καί ὄχι μόνο μᾶς ἀπο­δέ­χθηκε, ἀλλά καί μᾶς ἀνύψωσε στήν ἀνώτατη τιμή. Ὅπως ἀκριβῶς, ὅταν ἔλθει ὁ βασιλιάς καί ἀπονέμει χάρη, τότε πλέον δέν εἶναι καιρός δικαστηρίου, ἀλλά χάριτος καί σωτηρίας. Ὅμως ὁ ἴδιος βασιλιάς, ὅταν ἔρχεται νά δικάσει, τότε πλέον δέν εἶναι καιρός δωρεᾶς, ἀλλά ἀνακρίσεως.
  Τώρα πού εἶναι ὁ καιρός ὁ εὐπρόσδεκτος, τώρα πού εἶναι ἡ κατάλληλη εὐκαιρία, ἄς τήν ἁρπάξουμε. Ἄς ἀγωνιζόμαστε μετά φόβου καί τρόμου γιά τή σωτη­ρία μας˙ τώρα πού εἶναι ὁ καιρός τῆς χάριτος, τώρα πού κρατοῦμε τό σήμερα, διότι τό αὔριο εἶναι ἀβέβαιο καί ἐπισφαλές. Ὁ χρόνος τῆς ζωῆς μας παρέρχεται καί δέν ἐπανέρχεται. Κυλάει σάν τό νερό τοῦ ποταμοῦ, πού νομοτελειακά δέν γυ­ρίζει πίσω. Τώρα πού εἴμαστε στό παρόν, διότι τό μέλλον δέν εἶναι στό χέρι μας. Εἶ­ναι τοῦ Ἰθύ­νοντος τά γεγονότα, Αὐτοῦ πού κατευθύνει τίς ζωές μας. Ὅσα σχέδια καί ἄν κά­νουμε γιά τό μέλλον μας, Ἐκεῖνος ἔχει τόν πρῶτο καί τόν τελευταῖο λόγο.
  Πολύ σοφά μᾶς ὑπενθυμίζει ὁ Ἰωάννης Βηλαρᾶς τήν παροδικότητα καί τή μή ἀξιοποίηση τῶν εὐκαιριῶν στή ζωή μας σέ ἕνα ποίημά του: 
«Ὅσοι τόν καιρό ξοδεύουν καί τό μέλλον δέν μετροῦν,
στά χαμένα τόν γυρεύουν σάν καί πρῶτα νά τόν βροῦν.
Ἐπειδή φτερά βαστάει, φεύγει, τρέχει σάν νερό
κι ὅποιος δέν τόν κυνηγάει, χάνει πάντα ἕνα μισθό».
  Τώρα, λοιπόν, εἶναι ὁ καιρός ὁ εὐπρόσδεκτος. Τώρα εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς σωτηρίας. Ἄς δεχθοῦμε τή χάρη τοῦ Θεοῦ. Στό νῦν τοῦ Θεοῦ νά ἀπαντήσουμε μέ τό δικό μας ἀμήν, γένοιτο!

π. Εἰρηναῖος

Ἀπολύτρωσις,

Τεῡχος Ὀκτωβρίου, 2025