Στοῦ Καλοῦ Ποιμένα τή φροντίδα

  agios iakovos cΜικρό τσομπανόπουλο στίς πλαγιές τοῦ Μουρικιοῦ Καστοριᾶς φυλάγει τό κοπάδι τοῦ πατέρα του ὁ Ἰωάννης. Στά 1500 στή σκλαβωμένη πατρίδα κυριαρ­χεῖ ὁ διωγμός, τό παιδομάζωμα, οἱ ἁρ­παγές, ὁ βίαιος θάνατος. Δύσκολα τά χρόνια. Σκλαβιά καί ἀμάθεια. Μέ πίστη οἱ γονεῖς του -Μαρτῖνος καί Παρα­σκευ­ή- τόν ἀ­σφαλίζουν στήν ἀγκαλιά τοῦ Καλοῦ Ποι­μένα τους, τοῦ Χριστοῦ. Σι­γοψάλλει τό νεαρό ἀγόρι στόν δημι­ουρ­γό του Κύριο κι ἀφήνει τούς ἤχους τῆς φλογέρας του νά Τόν ὑμνοῦν. 
  Προικισμένος ἦταν μέ χαρίσματα καί ἱκανότητες. Κυνηγημένος βρέθηκε ἀπό τόν ἴδιο του τόν ἀδελφό, πού τόν φθό­νησε. Προτίμησε νά φύγει μακριά, στήν Κωνσταντινούπολη. «Ἐὰν γὰρ καὶ πο­ρευ­θῶ ἐν μέσῳ σκιᾶς θανάτου, οὐ φο­βηθή­σομαι κακά, ὅτι Σὺ μετ’ ἐμοῦ εἶ». Πόσο τόν ἐνισχύει ἡ παρουσία τοῦ Κυ­ρίου! Μό­νος μέσα στή μεγάλη, ἄγνωστη πολιτεία τό βιώνει: «Κύριος ποιμαίνει με καὶ οὐδέν με ὑστερήσει». Δέν τοῦ στέ­ρησε -εἶναι ἀλήθεια- οὔτε τή δουλειά οὔτε τά πλού­τη. Τί νά τήν κάνει ὅμως τή μεγάλη του περιουσία ἀπό τό ζωε­μπό­ριο; Σέ ἄλλο «θησαυρό» στρέφεται ἡ καρδιά του. Ἡ «βακτηρία» τοῦ Καλοῦ Ποιμένα του ἀλά­θητα τόν ὁδηγεῖ. Συ­να­ντᾶ τόν ἅγιο πα­τριάρχη Νήφωνα, πού θαυμα­τουρ­γοῦσε σέ Ἀγαρηνούς καί σέ Ρω­μιούς. Κάτω ἀπό τό πετραχήλι του γί­νεται γιά τόν Ἰωάννη ἡ πολυπόθητη συνάντηση μέ τόν νυμφίο Χριστό. Ἀ­φήνει τά ἁμαρ­τήματά του νά βυθιστοῦν μέσα στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἀ­φήνει καί τά ἑξακόσια πουγκιά μέ τρια­κό­σιες χι­λιάδες γρόσια νά χαριστοῦν στούς ἀ­γα­πημένους του φτω­χούς. Ποιός θά τόν ἐμπόδιζε τώ­ρα πιά νά πάρει τόν δρόμο γιά τόν ἁγιασμένο Ἄθω­να; Βάζει μετά­νοια στή μονή τοῦ Δοχεια­ρίου ὡς μονα­χός Ἰάκω­βος. Δοσμένος στή μονα­στική ὑπακοή γίνεται ἁπλός καί ἄκακος σάν ἕνα μικρό ἀρνάκι. 
  Στήν ἐρημική ζωή κοχλάζει μέσα του ὁ θεῖος πόθος. Νιώθει ἀναπαυμένος. «Εἰς τόπον χλόης ἐκεῖ με κατε­σκήνω­σεν». Ἐ­κεῖνος προσφέρει ὁλόκαρδα στόν Κύριο τούς σωματικούς κόπους μέ τή χαμευνία, τή σκληραγωγία, τή νηστεία καί ὁ πλού­σιος Δωρεοδότης τοῦ χαρίζει ὁ­λόφωτη τήν παρουσία του. Τόν πλου­τίζει μέ τό χάρισμα τῶν ἰάσεων καί τῆς διδα­σκαλίας. Μαγνητισμένος ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ νυμ­φίου του Χριστοῦ, ἀνα­ζητᾶ ἡ ψυχή του περισσότερη ἡσυχία στά ἐνδό­τερα τοῦ Ἄθωνα. Μέσα στήν ἀπό­λυτη σιωπή σχο­λάζει σέ ἀναβάσεις καί θεῖες θεωρίες. «Ἐπὶ ὕδατος ἀνα­παύσεως ἐξέ­θρεψέ με». Τόν δροσίζει ὁ Ποιμένας του μέ τό ζω­ντανό νερό του. Πλούσια ὁ εὐλογημένος Ἰάκωβος δίνει νά ξεδιψά­σουν οἱ τόσες ἀναγκεμένες ψυχές τῶν χρι­στιανῶν, πού ἀποζητοῦν τή φωτι­σμέ­νη πα­τρική νου­θε­σία καί δι­δαχή του. Ἡ ἁγια­­σμένη πα­ρου­σία του στηρίζει στή μο­ναχική ζωή τῆς αὐ­τα­πάρνησης πλῆθος μο­να­ζόντων. 
  Μέσα στήν ἀδιάλειπτα προσευ­χό­μενη καρδιά του ξεδιπλώνεται ὅλος ὁ πόνος καί ἡ ὀδύνη τοῦ δούλου Γένους. Ἕνας πόθος τόν κυριεύει. Νά βρεθεῖ στά μέρη τῆς Αἰτωλίας. Μετά ἀπό ὁλο­νύκτια δέη­ση δέχεται ὁ ταπεινός ἐρη­μί­της διπλό τό κάλεσμα: νά σπείρει στήν αἰτωλική γῆ τόν θεῖο λόγο καί νά τήν ποτίσει μέ τό αἷμα του. «Ὡδήγησέ με ἐπὶ τρίβους δικαι­οσύ­νης ἕνεκεν τοῦ ὀνό­μα­τος Αὐ­τοῦ». 
  Ἀναχωρεῖ ἀπό τό Ἅγιο Ὄρος μέ ἀ­δελφική συνοδεία, τόν διάκονο Ἰάκωβο καί τόν μοναχό Διονύσιο. Ὁ δρόμος μα­κρύς. Στό μοναστηράκι τοῦ Τιμίου Προ­δρόμου στή Δερβέκιστα, κοντά στή Ναύ­πακτο, βρίσκουν τόπο νά στήσουν τό με­τερίζι τους. Ἡ μικρή τους μονα­στι­κή ἀ­δελφότητα γίνεται φάρος φωτεινός γιά τά σκοτάδια πού ἁπλώνονται γύρω. Ὁ χαριτωμένος Ἰάκωβος μέ τήν ὁσιακή ζωή του ἀλλά καί τά θαυμαστά σημεῖα πού ἐ­πιτελεῖ ἀνακουφίζει πλῆθος κατα­τρεγ­μένων ἀνθρώπων. Γιά τήν τόση του ἐ­­­πιρ­­ροή τόν καταδίδουν στόν μπέη τῶν Τρι­κάλων. Ἄγριο θηρίο ἐκεῖνος στέλνει ἀμέ­σως δεκαοκτώ στρατιῶτες. 
  Ὁ Ἅγιος τοῦ Θεοῦ σπεύδει νά τελέ­σει τή θεία Λειτουργία. «Ἡτοίμασας ἐ­νώ­πιόν μου τράπεζαν ἐξεναντίας τῶν θλι­βόντων με». Ὁπλίζονται οἱ ψυχές τους μέ τό θεῖο Σῶμα καί Αἷμα. Ἀλύπη­τοι οἱ Ἀ­γα­ρηνοί. Σέρνουν σκληρά τόν ὅσιο καί τούς συνασκητές του, Ἰάκωβο καί Διο­νύσιο, στόν μπέη. Σαράντα μέ­ρες κακου­χοῦ­νται στή φυλακή. Κι ὕ­στε­ρα τούς στέλ­νουν ἁλυσοδεμένους στήν Ἀδρι­ανού­πο­λη καί μετά στό Διδυμό­τει­χο, γιά νά βρε­θοῦν μπροστά στόν ἄγριο σουλτά­νο Σε­λήμ. Δέν ταράσσονται. Φλογερά ὁμο­λο­γοῦν. Μέ διαταγή τοῦ σουλ­τάνου οἱ βασανιστές τούς μα­στιγώνουν βάναυσα μέ μαστίγια ἀπό νεῦρα βοδιῶν. Πῶς ὅ­μως ὁ ἄρχο­ντας νά λυγίσει τούς ἡρωι­κούς ὁπλίτες τοῦ ἀρχιποίμενος Χριστοῦ; Δίνει ἐντολή στούς στρατιῶτες του νά χρησιμο­ποιή­σουν ὅποιο μέσο γιά νά τούς μετα­πεί­σουν. Ἄλλοι γδέρνουν τίς σάρκες τους μέ σιδερένια νύχια κι ἄλλοι τούς γρονθο­κοποῦν. Κυλοῦν δεκαεπτά μέρες μαρ­τυ­ρι­κές. Ἀποσποῦν λουρίδες ἀπό τό ὁσι­ακό σῶμα τοῦ Ἰακώβου καί τό ποτί­ζουν μέ ἁ­λάτι καί ξίδι. Ξεφαντώνουν βά­ζοντας φω­τιά στίς πληγές τους, πού τίς τρίβουν μέ τραχιά πανιά. 
  Τά καταπονημένα σώματα τά σέρ­νουν στή «φούρκα», στήν κρεμάλα. Γεμάτη θάρρος ἀκούγεται ἡ φωνή τοῦ Ἰα­κώ­βου: «Ὦ τέκνα μου, καιρός εἶναι νά ἀ­πέλ­θω­μεν εἰς τόν ποθούμενον Χρι­στόν, διά τόν ὁποῖον καί τά βάσανα ὑ­πε­μείναμεν... Ἄς τόν εὐ­χαριστήσωμεν ὁπού μᾶς ἠλευθέ­ρωσεν ἀπό τόν μά­ται­ον κό­σμον καί μᾶς ἠξίωσε νά γένωμεν κλη­ρονόμοι τῆς ἀτε­λευτήτου Βασιλείας του».
  Εὐλογημένη τριάδα τῶν Νεομαρ­τύ­ρων, τήν 1η Νοεμβρίου τοῦ 1520 σᾶς ὑ­ποδέχτηκε ὁλόλαμπρος ὁ λατρευτός σας Ποιμένας στήν οὐράνια Ποίμνη του. Ἀσπαζόμαστε τά χαριτόβρυτα λείψανά σας, συναγμένα στή μονή τῆς Ἁγίας Ἀ­ναστασίας τῆς Φαρμακολύτριας, κο­ντά στά Βασιλικά Θεσσαλονίκης. Ὁ Καλός Ποιμέ­νας σᾶς καταδίωξε «πάσας τὰς ἡ­μέρας τῆς ζωῆς» σας, γιά νά σᾶς κρα­­τή­σει ἀχώ­ρι­στους «εἰς μακρότητα ἡμε­ρῶν». 

Οὐρανοδρόμος

"'Απολύτρωσις",

Τεῡχος Νοεμβρίου, 2025