ΑΠΟΛΥΤΡΩΣΙΣ
ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΔΕΛΦΟΤΗΣ
Ἐπίκαιρος ὁ λόγος γιά ἐκλογές. Ἀλλά ἀξίζει νά μελετήσουμε τρεῖς ἄλλες ἐκλογές, στίς ὁποῖες ἀναφέρεται ἡ Ἁγία Γραφή.
Στίς πολιτικές ἐκλογές προτείνεται συγκεκριμένη λίστα ὑποψηφίων καί ἐμεῖς ἐκλέγουμε τούς ἐκλεκτούς μας. Στίς ἐκλογές γιά τίς ὁποῖες μιλάει ἡ Ἁγία Γραφή οἱ ὑποψήφιοι εἶναι πάρα πολλοί, μυριάδες, ἑκατομμύρια∙ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἶναι ὑποψήφιοι. Καί ἐκλέκτωρ, αὐτός πού ἐκλέγει, εἶναι ὁ Θεός. Τί παράξενες στ᾿ ἀλήθεια ἐκλογές! Εἶναι θεϊκές ἐκλογές, δέν εἶναι ἀνθρώπινες.
Γιά τήν πρώτη ἐκλογή, τήν προαιώνια, ὅπως χαρακτηρίζεται, μᾶς μιλάει ὁ ἀπ. Παῦλος σέ διάφορα σημεῖα τῶν Ἐπιστολῶν του. Ξεκινῶ ἀπό μιά μαρτυρία πού βρίσκουμε στήν πρός Ρωμαίους Ἐπιστολή στό κεφ. 8, στ. 28-30: «Οἴδαμεν δέ ὅτι τοῖς ἀγαπῶσι τόν Θεόν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν, τοῖς κατά πρόθεσιν κλητοῖς οὖσι». Γνωρίζουμε, λέγει ὁ Παῦλος, ὅτι σ᾿ ἐκείνους πού ἀγαποῦν τόν Θεό ὅλα βγαίνουν στό καλό. Τί μεγάλος λόγος! Ὅταν ἀγαποῦμε τόν Θεό, ὅλα θά βγοῦν γιά τό καλό. ῾Υγεία; Γιά τό καλό. Ἀρρώστια; Γιά τό καλό. Ἐπιτυχία; Γιά τό καλό. Ἀποτυχία; Γιά τό καλό. Μεγάλη ἀλήθεια. Φθάνει νά ἔχουμε καρδιά νά τήν πιστέψουμε καί νοῦ φωτισμένο νά τήν κατανοήσουμε. «Τοῖς ἀγαπῶσι τόν Θεόν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν»!
Ποιοί εἶναι αὐτοί πού ἀγαποῦν τόν Θεό; «Τοῖς κατά πρόθεσιν κλητοῖς οὖσιν». Αὐτοί τούς ὁποίους ὁ Θεός καλεῖ μέ τήν πρόθεσή του, μέ τό σχέδιό του. «Ὅτι οὕς προέγνω, καί προώρισε συμμόρφους τῆς εἰκόνος τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, εἰς τό εἶναι αὐτόν πρωτότοκον ἐν πολλοῖς ἀδελφοῖς· οὕς δέ προώρισε, τούτους καί ἐκάλεσε, καί οὕς ἐκάλεσε, τούτους καί ἐδικαίωσεν, οὕς δέ ἐδικαίωσε, τούτους καί ἐδόξασε». Ἐδῶ μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἀπ. Παῦλος ὅτι ὁ Θεός σέ μιά ἐποχή κατά τήν ὁποία δέν εἴχαμε λάβει ὕπαρξη, δέν ὑπήρχαμε στή ζωή, ἀσχολήθηκε μ' ἐμᾶς, μᾶς εἶχε στήν πρόθεσή του, στό σχέδιό του, μᾶς διάλεξε νά γίνουμε οἱ ἐκλεκτοί του. Καί στή συνέχεια ἔκανε πάρα πολλά, ὥστε αὐτοί οἱ ἐκλεκτοί του, οἱ διαλεγμένοι προαιώνια, νά ἀνταποκριθοῦν στήν ἐκλογή τοῦ Θεοῦ καί νά γίνουν οἱ ἅγιοί του, ὁ λαός του, τά μέλη τῆς ἐκκλησίας του, οἱ ἀγαπητοί του.
Σκέψου, ἀδελφέ μου: Ποῦ ἤσουν πρίν ἀπό χίλια χρόνια καί ποῦ θά εἶσαι μετά ἀπό χίλια χρόνια; Πρό ἀμνημονεύτων αἰώνων, πρίν ἀκόμη γίνει ὁ χρόνος, ἀλλά καί μετά ἀπό χιλιάδες χρόνια ἤσουν, εἶσαι καί θά εἶσαι στή σκέψη τοῦ Θεοῦ!
Προαιώνια, λοιπόν, ὁ Θεός μᾶς διάλεξε, μᾶς ἐξέλεξε, μᾶς ψήφισε· εἴμαστε οἱ ἐκλεκτοί του γιά τή σωτηρία καί γιά τήν αἰώνια βασιλεία του. ῞Οταν τό σκέπτεται κανείς αὐτό, μένει κατάπληκτος μέ τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ...
῾Η δεύτερη ἐκλογή γίνεται στήν ἱστορία τοῦ κόσμου, ἐν χρόνῳ. Σ’ αὐτή τή δεύτερη ἐκλογή -καταπληκτικό κι αὐτό- ὁ ἴδιος ὁ Θεός γίνεται ἄνθρωπος. «῾Ο Θεός ἐπί γῆς ὤφθη καί τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη». Ζῆ ἀνάμεσά μας ὁ θεάνθρωπος Κύριός μας καί τό ἔργο του δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά τί; ᾿Απευθύνει κλήση, προσκλητήριο στούς ἐκλεκτούς: ᾿Εσᾶς ὅλους ἐγώ ὁ ἴδιος ὡς Θεός σᾶς διάλεξα καί τώρα ἦλθα γιά νά σᾶς καλέσω στή βασιλεία μου.
Ἀκοῦστε, ἀδελφοί μου, τό προσκλητήριο τοῦ Θεοῦ· «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καί πεφορτισμένοι, κἀγώ ἀναπαύσω ὑμᾶς» (Μθ 11,28). Τί μεγάλα λόγια! ᾿Ελᾶτε ὅλοι ἐσεῖς πού εἶστε κουρασμένοι, τσακισμένοι, πικραμένοι, χαροκαμένοι, νά σᾶς ἀναπαύσω. ᾿Ελᾶτε κοντά μου! Θυμηθεῖτε τήν καταπληκτική παραβολή τοῦ δείπνου, μέ τήν ὁποία ὁ Κύριος ἀπευθύνει τήν κλήση. ᾿Ελᾶτε, λέει, εἶναι ὅλα ἕτοιμα! Καί ἐμεῖς ἀκυρώνουμε τήν ἐκλογή τήν προαιώνια τοῦ Θεοῦ, τήν ποδοπατοῦμε, τήν ρίχνουμε στά σκουπίδια, ὅταν ἀρνούμαστε τήν πρόσκληση, τό κάλεσμα τοῦ Χριστοῦ.
Γιά σκεφθεῖτε! Παίρνουμε ἕνα γράμμα, ἕνα τηλεγράφημα. Τόπος ἀποστολῆς: ὁ οὐρανός. ᾿Απευθύνεται σέ μένα, σέ σένα, στόν καθένα. Καί τί λέγει; ῎Ελα, ἐκλεκτέ μου, διαλεκτέ μου, ἀγαπημένε μου, ἔλα, σέ διάλεξα, εἶσαι ἡ νύμφη μου. Στό τηλεγράφημα ὑπογράφει: ῾Ο καλῶν Θεός.
Σκεφθεῖτε ἕνα τέτοιο τηλεγράφημα νά ἔλθει στό γραμματοκιβώτιο μας! Τό στέλνει ὁ καλῶν Θεός, πού γίνεται ὁ νυμφίος μας. Κι ἐμεῖς ἀπαντοῦμε μέ τό δικό μας τηλεγράφημα. Τόπος ἀποστολῆς: ἡ γῆ. Προορισμός: ὁ οὐρανός, Πρός τόν Θεό. Βάζουμε τήν ὑπογραφή μας. Καί τί λέμε; «Δέν μέ παρατᾶς»! Τί φοβερό! ῎Ετσι εἶναι. «῎Εχε με παρῃτημένο». Δέν μέ παρατᾶς! «Ζεύγη βοῶν ἠγόρασα...». Προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις.
Καί συνεχίζει τό ἔργο του ὁ Χριστός μέ τήν Ἐκκλησία του καί τούς ἀποστόλους. ῾Ο Παῦλος λέγει· ἐμεῖς οἱ ἀπόστολοι ἔχουμε αὐτό τό σκοπό, νά καλλιεργήσουμε τήν πίστη τῶν ἐκλεκτῶν τοῦ Θεοῦ. Διαβάστε τό προοίμιο τῆς πρός Τίτον Ἐπιστολῆς: «Παῦλος, δοῦλος Θεοῦ, ἀπόστολος δέ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ κατά πίστιν ἐκλεκτῶν Θεοῦ καί ἐπίγνωσιν ἀληθείας τῆς κατ᾿ εὐσέβειαν». Θέλει οἱ ἐκλεκτοί τοῦ Θεοῦ, αὐτοί οἱ ὁποῖοι ἐκλέχθηκαν προαιώνια, νά πιστέψουν καί μέ τήν πίστη νά φθάσουν στήν ἐπίγνωση τῆς ἀληθείας, στήν πραγματική γνώση τῆς ἀληθείας καί στήν πραγματική εὐσέβεια. ῎Αν τώρα οἱ προαιώνια ἐκλεγμένοι ἀπό τόν Θεό δέν δέχονται τήν κλήση τοῦ Θεοῦ, τότε παύουν νά εἶναι οἱ ἐκλεκτοί τοῦ Θεοῦ. Καί ἔρχεται ἡ ἄλλη μαρτυρία πού λέει· «πολλοί κλητοί, ὀλίγοι δέ ἐκλεκτοί». Δέν εἶναι ὅλοι ἐκλεκτοί. Ὅσοι ἐξελέγησαν, ἄν δέν ἀνταποκρίνονται στήν κλήση τοῦ Χριστοῦ, δέν εἶναι ἐκλεκτοί. Μόνον ἐκεῖνοι πού ἀνταποκρίνονται μέ τήν πίστη, μέ τήν ἐπίγνωση τῆς ἀληθείας, μέ τή ζωντανή καί ἀληθινή εὐσέβεια, αὐτοί ὄντως δέχονται μιά δεύτερη ἐκλογή ἀπό τόν Θεό. Αὐτή εἶναι ἡ δεύτερη ψηφοφορία, μέ τήν ὁποία ἐν χρόνῳ, στήν ἱστορία μας, μᾶς ψηφίζει καί μᾶς ἐκλέγει ὁ Θεός.
Δέν τελειώνουν ὅμως ἐδῶ οἱ ἐκλογές τοῦ Θεοῦ. Ὑπάρχει καί μία τρίτη ἐκλογή, γιά τήν ὁποία διαβάζουμε στήν ᾿Αποκάλυψη. Ἐκεῖ τό Πνεῦμα τό ἅγιο στέλνει ἑπτά ἐπιστολές πρός ἰσάριθμες ἐκκλησίες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ἀλλά τήν κάθε ἐπιστολή τήν κοινοποιεῖ καί τήν ἀπευθύνει σέ ὅλες τίς ἐκκλησίες. ῎Αν διαβάσατε τίς ἑπτά ἐπιστολές τῆς ᾿Αποκαλύψεως, θά θυμᾶστε στό τέλος κάθε ἐπιστολῆς ὑπάρχει ἡ φράση· «῾Ο ἔχων οὖς ἀκουσάτω τί τό Πνεῦμα λέγει ταῖς ἐκκλησίαις». ῞Οποιος ἔχει αὐτιά νά ἀκούσει τί τό Πνεῦμα λέγει στίς ἐκκλησίες... Σέ ὅλους μας δηλαδή ἀπευθύνονται οἱ ἐπιστολές αὐτές τοῦ Κυρίου.
Στήν ἐπιστολή, λοιπόν, πρός τόν ἄγγελο τῆς ἐκκλησίας τῆς Περγάμου γράφει: «Τῷ νικῶντι δώσω αὐτῷ τοῦ μάννα τοῦ κεκρυμμένου». Εἶναι τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ἡ θεία Κοινωνία. Τήν δίνει ὁ Κύριος «τῷ νικῶντι», σ᾿ αὐτόν πού νικάει. Καί ποιός εἶναι αὐτός πού νικάει; Εἶναι αὐτός πού ἀγωνίζεται. ᾿Εδῶ, προσέξτε, ἔχουμε ἄλλο παράδοξο· ὅλοι οἱ ἀγωνιστές εἶναι νικητές! ᾿Εφόσον εἶσαι ἀγωνιστής, εἴτε νικήσεις εἴτε νικηθεῖς, εἶσαι νικητής. Οἱ μάρτυρες σφάχθηκαν. Δέν νικήθηκαν ὅμως. Εἶναι νικητές. Διότι ἡ θυσία, ὅπως ξέρουμε, δέν εἶναι συμφορά, δέν εἶναι καταστροφή. Εἶναι εὐλογία καί κέρδος μέγα. ῞Οπως ὁ κόκκος τοῦ σίτου, λέγει ὁ Χριστός, «ἐάν μή πεσών ἐπί τήν γῆν ἀποθάνῃ, αὐτός μόνος μένει, ἐάν δέ ἀποθάνῃ, πολύν καρπόν φέρει». ῎Ετσι ὁ καθένας πού θυσιάζεται στόν ἀγώνα, δέν σβήνει, δέν χάνεται. Εἶναι νικητής...
Ἐπιπλέον δίνει ὁ Κύριος στόν νικητή καί ἕνα ἄλλο δῶρο: «δώσω αὐτῷ ψῆφον λευκήν, καί ἐπί τήν ψῆφον ὄνομα καινόν γεγραμμένον, ὅ οὐδείς οἶδεν εἰ μή ὁ λαμβάνων». Τί μεγάλα λόγια! Τί νοήματα, τί μεγαλεῖα, τί τροφή προσφέρουν, ἀδέλφια μου! Δοξασμένο τό ὄνομα τοῦ Κυρίου καί τοῦ ἁγίου Πνεύματος πού μᾶς χάρισε στήν Ἐκκλησία αὐτούς τούς μεγάλους θησαυρούς. Λοιπόν, θά «δώσω αὐτῷ ψῆφον λευκήν». Εἴδατε καί σήμερα, ἄν ἕνας καταψηφισθεῖ, λέμε «τόν μαύρισαν». Στήν ἀρχαιότητα δέν χρησιμοποιοῦσαν ψηφοδέλτια, ἀλλά ἔρριχναν στήν κάλπη ἄσπρα πετραδάκια γιά ἐκείνους πού ἤθελαν νά ψηφίσουν καί μαῦρα γιά ἐκείνους πού ἤθελαν νά καταψηφίσουν. Μετά μετροῦσαν πόσα μαῦρα, πόσα ἄσπρα καί ἀνάλογα γινόταν ἡ ἐκλογή ἤ ἡ καταψήφιση. ᾿Εγώ, λοιπόν, λέγει ὁ Κύριος, τούς νικητές θά τούς ψηφίσω· θά ρίξω λευκή ψῆφο στούς δικούς μου, στούς ἐκλεκτούς. Αὐτοί ἐξελέγησαν προαιώνια ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί ἀνταποκρίθηκαν στήν κλήση πού τούς ἀπηύθυνε ὁ Χριστός καί ἔτσι μέ τήν ἀνταπόκριση στήν κλήση ἔγιναν ἐκλεκτοί γιά δεύτερη φορά, βεβαιωμένοι ἐκλεκτοί. Πρῶτα ἦταν ἐκλεκτοί μόνο ἀπό τόν Θεό. ᾿Αλλά μετά ἔγιναν ἐκλεκτοί καί μέ τή διάθεση τοῦ ἑαυτοῦ τους, μέ τή συνεργασία τους μέ τόν Θεό.
᾿Εάν λοιπόν μέχρι τέλους, τρεφόμενοι μέ τό μάννα τό κεκρυμμένο, μέ τή θεία τροφή καί μέ τόν λόγο τοῦ Θεοῦ μείνουμε ζωντανά καί σταθερά μέλη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, τότε στήν ἄλλη ζωή, στόν οὐρανό ὁ Κύριος θά κάνει τήν τελευταία ψηφοφορία, τήν τρίτη ψηφοφορία, τήν τρίτη ἐκλογή καί θά μᾶς χαρίσει ψῆφον λευκήν.
Κύριε, προαιώνια μᾶς ἀγάπησες καί μᾶς ἐξέλεξες... Σέ παρακαλοῦμε, σέ ἱκετεύουμε· Βοήθησέ μας νά μείνουμε πιστοί στήν κλήση, ἄξιοι τῆς ἐκλογῆς καί νά περπατοῦμε καί νά ζοῦμε ἀξίως αὐτῆς τῆς κλήσεως σέ ὅλη μας τή ζωή, ὥστε νά ἀξιωθοῦμε μιά μέρα νά βρεθοῦμε εὐάρεστοι ἐνώπιόν σου στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν, στόν οὐράνιο νυμφῶνα σου, γλυκύτατε Κύριέ μας. ᾿Αμήν.
Στέργιος Ν. Σάκκος
(ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία)
(Ἕνα παραμύθι κυρίως γιά πολύ... μεγάλους!)
Μιά φορά κι ἕναν καιρό ἦταν ἕνας βασιλιάς πού πάντα ὀνειρευόταν νά ἀγγίξει τό φεγγάρι. Δέν σκεφτόταν τίποτε ἄλλο καί ἀδιαφοροῦσε παντελῶς γιά τό βασίλειό του. Μιά μέρα κάλεσε τόν ξυλουργό τοῦ βασιλείου του καί τοῦ εἶπε: «Ἡ ἐπιθυμία μου εἶναι νά ἀγγίξω τό φεγγάρι. Πρέπει νά μοῦ κατασκευάσεις ἕναν πύργο τόσο ψηλό, ὥστε νά μπορέσω νά πραγματοποιήσω τό ὄνειρό μου».
Ὁ μαραγκός ἤξερε ὅτι αὐτό δέν ἦταν δυνατό, ἀλλά ἦταν ὑποχρεωμένος νά κάνει ὅ,τι διέταξε ὁ βασιλιάς. Ἔτσι ἄρχισε νά ἐργάζεται γιά τήν κατασκευή τοῦ πύργου. Σύντομα ὅμως τελείωσαν ὅλα τά ξύλα τῶν ἐργαστηρίων τοῦ βασιλείου καθώς χρησιμοποιήθηκαν γιά τόν πύργο. Ἐξήγησε τήν κατάσταση στόν βασιλιά, ἀλλά ἐκεῖνος ἐπέμενε: «Ἐγώ πρέπει νά ἀγγίξω τό φεγγάρι. Ἔχω μία ἰδέα. Κάθε πρόσωπο τοῦ βασιλείου μου θά φέρει στό παλάτι μου ὅσα κιβώτια διαθέτει καί ἔτσι θά κατορθώσουμε νά τελειώσουμε τόν πύργο».
Κάθε πολίτης τοῦ βασιλείου ἔφερε τά ξύλινα κιβώτιά του στό παλάτι. Συγκεντρώθηκαν ἑκατομμύρια κιβώτια καί ὁ ξυλουργός στρώθηκε στή δουλειά τοποθετώντας τα τό ἕνα πάνω στό ἄλλο. Ἀλλά σύντομα ὅλα τά κιβώτια χρησιμοποιήθηκαν γιά τήν κατασκευή τοῦ πύργου καί δέν μποροῦσαν νά βρεθοῦν ἄλλα πουθενά στό βασίλειο. Ὅταν ὁ βασιλιάς ἀντίκρυσε τόν πύργο, οὔρλιαξε: «Δέν εἶναι ἀρκετά ψηλός. Πελεκῆστε ὅλα τά δέντρα τοῦ βασιλείου μου καί φτιάξτε ὅσα περισσότερα κιβώτια μπορεῖτε.» Κάθε δέντρο στό βασίλειο κόπηκε. Ὅλα ἔγιναν κιβώτια πού τοποθετήθηκαν στόν πύργο, ὁ ὁποῖος ἔφτασε πλέον ὥς τά σύννεφα.
Ὁ βασιλιάς ἄρχισε νά σκαρφαλώνει στόν πύργο. Σκαρφάλωνε, σκαρφάλωνε ὅλο καί πιό ψηλά στόν οὐρανό, ὥσπου μπῆκε μέσα στά σύννεφα. Ἐπιτέλους ὁ βασιλιάς ἔφτασε στήν κορυφή τοῦ πύργου. Τό φεγγάρι φαινόταν πολύ κοντά. Ἅπλωσε τό χέρι του γιά νά τό ἀγγίξει, ἀλλά ἦταν ἀκόμη μερικά ἑκατοστά πιό ψηλά. Ἕνα ἀκόμη κιβώτιο καί τό ὄνειρό του θά γίνει πραγματικότητα!
Ὁ βασιλιάς ἔγινε ἔξαλλος, μά ξαφνικά ἠρέμησε.
- Ἔχω μία λαμπρή ἰδέα! Πάρε τό κιβώτιο ἀπό τό κάτω μέρος τοῦ πύργου καί φέρε το ἐπάνω σ᾽ ἐμένα, εἶπε στόν ξυλουργό.
- Τί; Ἕνα ἀπό τό κάτω μέρος; ἀπάντησε μέ κομμένη τήν ἀνάσα του ὁ ξυλουργός.
- Ναί, ἕνα ἀπό τό κάτω μέρος καί κάν᾽ το ἀμέσως, προτοῦ σοῦ πελεκήσω τό κεφάλι, οὔρλιαξε ὁ βασιλιάς ἀπό τήν κορυφή.
Ἔτσι, ὁ ξυλουργός ἔκλεισε τά μάτια του, τράβηξε ἀπό τή λαβή τό τελευταῖο κιβώτιο καί ἀπομακρύνθηκε γρήγορα. Ὁ πύργος σωριάστηκε! Καί κάπου, κάτω ἀπό τά ἑκατομμύρια κιβώτια ἦταν ἐγκλωβισμένος ὁ βασιλιάς. Κανείς δέν γνωρίζει τί συνέβη μέ τόν βασιλιά! Γνωρίζουμε ὅμως πολύ καλά ὅτι δέν ἄγγιξε ποτέ τό φεγγάρι!
* * *
Θαρρῶ ὅτι δέν διαφέρουμε καί πολύ ἀπό τή φιγούρα τοῦ ἄφρονα βασιλιᾶ τῆς Καραϊβικῆς Παράδοσης. Πασχίζουμε στή ζωή μας νά ἀκροβατοῦμε στόν ἀπατηλό καί ὀνειρικό παρόντα χωροχρόνο, στηριζόμενοι πάνω στά ποικιλόχρωμα «κιβώτιά» μας στά ὁποῖα στηρίζουμε τήν «ἀπογείωσή» μας, γιά νά γίνουν κάποια στιγμή τά «μπάζα» πού θά ἐξαφανίσουν τήν ὕπαρξή μας, ἀκόμη καί αὐτό τό στίγμα μας ἀπό τή ζωή! Γινόμαστε ὅμως ζωντανό παράδειγμα βαβελικῆς ἀλαζονείας γιά τούς γύρω μας καί κυρίως γιά τά παιδιά μας, τά ὁποῖα ζυγίζουν καί σταθμίζουν κάθε λόγο, κάθε κίνηση, πράξη καί συμπεριφορά μας! Τήν καταγράφουν στόν «σκληρό δίσκο» τῆς ψυχῆς τους καί ὅλως ἀσυνείδητα σέ δύσκολες στιγμές τῆς ζωῆς τους τή μιμοῦνται καί τρομάζουν μέ τόν ἴδιο τόν ἑαυτό τους, καθώς τόν συλλαμβάνουν νά υἱοθετεῖ συμπεριφορές τίς ὁποῖες ἔχουν ἀπορρίψει καί μάλιστα κατηγορηματικά! Ἐμεῖς ὅμως ἀπτόητοι συνεχίζουμε τό χτίσιμο τοῦ «πύργου» μας γιά νά ἐπαληθευθεῖ γιά μία ἀκόμη φορά καί προσωπικά γιά μᾶς ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ: «Εἶδον τὸν ἀσεβῆ ὑπερυψούμενον καὶ ἐπαιρόμενον ὡς τὰς κέδρους τοῦ Λιβάνου. Καὶ παρῆλθον, καὶ ἰδοὺ οὐκ ἦν, καὶ ἐζήτησα αὐτόν, καὶ οὐχ εὑρέθη ὁ τόπος αὐτοῦ» (Ψα 36,35-37). Εἶδα τόν ἀσεβῆ νά ἀνυψώνεται καί νά ὑπερηφανεύεται σάν τίς κέδρους τοῦ Λιβάνου καί ξαναπέρασα ἀπό κεῖ καί δέν ἦταν καί τόν ἀναζήτησα καί δέν βρέθηκε οὔτε ὁ τόπος του!
Ἀθανάσιος Γκάτζιος
Δίκαια χαρακτηρίσθηκαν οἱ ἅγιοι Τρεῖς Ἱεραρχες ὡς οἱ κήρυκες τῆς ἐλπίδας. Στά ὑπέροχα συγγράμματά τους βρίσκουμε πλῆθος ἀναφορές σ᾽ αυτό τό θέμα πού εἶναι τόσο ἐπίκαιρο καί ἀναγκαῖο γιά τόν σημερινό ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος βιώνει τήν ἀνασφάλεια καί πολιορκεῖται ἀπό τήν ἀπελπισία. Ἄς δώσουμε τόν λόγο στή φωτισμένη πένα τους γιά νά μᾶς στηρίξουν στή μόνη «ζῶσαν ἐλπίδα» τοῦ κόσμου, τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό.
Μακάριος ἐκεῖνος πού ἀπομακρύνθηκε ἀπό κάθε ἐλπίδα αὐτοῦ τοῦ κόσμου καί στηρίζει τήν ἐλπίδα του μόνο στόν Θεό... Δέν δέχεται τήν ἀμφιταλάντευση ὁ Θεός οὔτε καταδέχεται ὁ Κύριος νά παραχωρήσει ὁλόκληρη τή δική του βοήθεια σ᾽ ἐκεῖνον πού ἄλλοτε ἐλπίζει στά χρήματα καί στήν ἀνθρώπινη δόξα καί στήν κοσμική δύναμη, κι ἄλλοτε προβάλλει αὐτόν (τόν Θεό) ὡς ἐλπίδα του. Πρέπει ἀληθινά νά ἐπαναπαύεσαι στή βοήθεια τοῦ Θεοῦ (Μ. Βασιλείου, Εἰς Ἠσαΐαν 10 PG 30,549C-D).
Σέ κάθε ἐγχείρημά σου νά προηγεῖται ἡ πίστη στόν Θεό καί μαζί της νά ἀκολουθεῖ ἡ καλή ἐλπίδα... Ἡ προσπάθεια τῶν ἀνθρώπων γιά τά καλά δέν πρόκειται νά φθάσει στό τέλος χωρίς τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Οὔτε καί ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ θά ἔλθει σ᾽ ἐκεῖνον πού δέν προσπαθεῖ. Εἶναι ἀνάγκη νά συνυπάρχουν καί τά δύο, ἡ ἀνθρώπινη προσπάθεια καί ἡ διά τῆς πίστεως συμμαχία μέ τόν Θεό, γιά νά ὁλοκληρωθεῖ ἡ ἀρετή (Μ. Βασιλείου, Ἀσκητικαί διατάξεις 1• ΕΠΕ 10,472).
Ἡ ἐλπίδα εἶναι αὐτή πού κάνει τή χαρά συγκάτοικο στήν ψυχή τοῦ γενναίου (Μ. Βασιλείου, Περί εὐχαριστίας 3• ΕΠΕ 6,86).
Ὁ Θεός ὁ ἅγιος ὑπόσχεται σ᾽ ἐκείνους πού ἐλπίζουν σ᾽ Αὐτόν τή διέξοδο ἀπό κάθε θλίψη... Ἔτσι, λοιπόν, κι ἐμεῖς, ἐνῶ ἔχουμε φθάσει στό ἔσχατο ὅριο τῶν κακῶν, δέν ἐγκαταλείπουμε τήν ἐλπίδα στόν Θεό, ἀλλά παρατηροῦμε γύρω παντοῦ, γιά νά δοῦμε τή βοήθειά του (Μ. Βασιλείου, Ἐπιστολή 242• ΕΠΕ 2,26).
Εἶναι μεγάλη ἡ δύναμη τῆς ἐλπίδας πού στηρίζεται στόν Κύριο. Εἶναι φρούριο ἄπαρτο, κάστρο ἀκαταμάχητο, συμμαχία ἀκατανίκητη, λιμάνι γαλήνιο, πύργος ἀπόρθητος, ὅπλο ἀήττητο, δύναμη ἀκατάβλητη, πού καί μέσα στά ἀδιέξοδα βρίσκει διέξοδο (Ἰω. Χρυσοστόμου Εἰς Ψαλμόν,10• ΕΠΕ 5,516).
Ὅπως ἡ περικεφαλαία περιβάλλοντας τό κεφάλι σώζει τό πιό καίριο ἀπό τά ὄργανα τοῦ σώματός μας, ἔτσι καί ἡ ἐλπίδα δέν ἀφήνει τόν νοῦ νά πέσει σέ σφάλμα, ἀλλά τόν κρατᾶ ὀρθό (Ἰω. Χρυσοστόμου, Εἰς Θεσσαλονικεῖς 9,4• ΕΠΕ 22,536).
Τότε ἰδιαίτερα ἰσχύει ἡ ἐλπίδα, ὅταν ἐνῶ τά βλεπόμενα ὁδηγοῦν σέ ἀπόγνωση, ἐκείνη ἐμπνέει θάρρος γιά τό μέλλον (Ἰω. Χρυσοστόμου, Εἰς Ψαλμόν, 142• ΕΠΕ 7,380).
Πολλά ὑποφέρουμε, ἀλλά ἔχουμε μεγάλες ἐλπίδες. Ἀντιμετωπίζουμε κινδύνους καί ἐπιβουλές, ἀλλά ἔχουμε ἐκεῖνον πού μᾶς σώζει. Δέν εἶναι ἄνθρωπος ἀλλά Θεός. (Ἰω. Χρυσοστόμου, Εἰς Α΄ Τιμόθεον, 1,2• Ε.Π.Ε. 23,124).
Ἡ πιό μεγάλη βοήθεια γιά ἐκείνους πού δυστυχοῦν εἶναι ἡ ἐλπίδα τῆς μεταβολῆς καί τό καλύτερο στό ὁποῖο προσβλέπουν τά μάτια τους. (Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος ΣΤ΄, 16• ΕΠΕ 1,262).
Περισσότερο σέ σένα, Χριστέ μου, στηρίζω τό θάρρος μου παρά στούς ἀγῶνες τῆς ζωῆς μου. (Γρηγορίου Θεολόγου, Ποιήματα ΟΣΤ΄, ΕΠΕ 10,396).
Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος μέ τήν ὑπ᾽ ἀρ. 2959 ἐγκύκλιό της ἐνημέρωσε ὅτι «δέν δέχεται γιά τά μέλη της τήν ἀποτέφρωση τοῦ σώματος, διότι τοῦτο εἶναι ναός τοῦ ἁγίου Πνεύματος (Α΄ Κο 6,19)». Ὅποιος ἀποδεδειγμένα καί οἰκειοθελῶς ἐκφράζει τήν ἐπιθυμία «περί καύσεως τοῦ σώματός του, δηλώνει τήν αὐτονόμησή του καί ὡς ἐκ τούτου δέν τελεῖται Νεκρώσιμος Ἀκολουθία καί Ἱερό Μνημόσυνο ὑπέρ αὐτοῦ».
Ἔπρεπε νά γίνει ἕνα ξεκαθάρισμα πάνω στό «καυτό» αὐτό θέμα, ἄν καί ἡ παράδοση εἴκοσι χριστιανικῶν αἰώνων καί πολλῶν ἄλλων προχριστιανικῶν ἐπιτάσσει χωρίς περιστροφές τόν ἐνταφιασμό. Ὅλοι οἱ πολιτισμένοι λαοί τῆς ἀρχαιότητας φρόντιζαν (=κήδευαν) τούς νεκρούς τους, καθώς ἡ κηδεία ἀνήκει στά «ἄγραπτα κ᾽ ἀσφαλῆ θεῶν νόμιμα» (Σοφοκλέους Ἀντιγόνη, 454).
Στήν Παλαιά Διαθήκη ἡ καύση τῶν νεκρῶν ἀντιμετωπίζεται ὡς εἰδωλολατρική συνήθεια, ἐνῶ ὁ διά πυρᾶς θάνατος συνδέεται μέ εἰδεχθῆ ἐγκλήματα. Ἡ Καινή Διαθήκη θεωρεῖ τόν ἐνταφιασμό τῶν νεκρῶν αὐτονόητο. Στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μόνο ἐκκλησιομάχοι κατέφευγαν στήν ἀποτέφρωση τῶν σωμάτων τῶν χριστιανῶν. Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος παραβάλλει τόν ἐνταφιασμό μέ τή σπορά τοῦ σίτου· «ἐὰν μὴ ὁ κόκκος τοῦ σίτου πεσὼν εἰς τὴν γῆν ἀποθάνῃ αὐτὸς μόνος μένει· ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ πολὺν καρπὸν φέρει» (Ἰω 12,24). Καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος τόν παραλληλίζει μέ τή σπορά τοῦ κόκκου τοῦ σιταριοῦ καί τόν συνδέει μέ τήν προσδοκία τῆς καινούργιας ζωῆς (βλ. Α΄ Κο 15,35-38). Στά νεότερα χρόνια τό ἀντιεκκλησιαστικό πνεῦμα τῆς γαλλικῆς ἐπανάστασης εἰσήγαγε τήν καύση τῶν νεκρῶν.
Πολύ δικαιολογημένα, λοιπόν, ἡ Ἐκκλησία μας δέν ἐπιτρέπει νεκρώσιμη ἀκολουθία γιά τόν ἐπιθυμοῦντα μετά τόν θάνατό του τήν ἀποτέφρωση.
Ὁ ἄνθρωπος ὡς σῶμα καί ψυχή εἰκονίζει τόν Θεό. Γι᾽ αὐτό καί ὁ ἱερός Δαμασκηνός στή νεκρώσιμη ἀκολουθία λέγει: «Καὶ ἴδω ἐν τοῖς τάφοις κειμένην τὴν κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ φθαρεῖσαν ἡμῖν ὡραιότητα, ἄμορφον, ἄδοξον μὴ ἔχουσαν εἶδος». Σύμφωνα μέ τόν ἀπόστολο Παῦλο τό σῶμα μας ἀποτελεῖ ναό Θεοῦ καί κατοικητήριο τοῦ ἁγίου Πνεύματος (Α΄ Κο 3,16-17) καί μέσα σ᾽ αὐτό ὁ πιστός προσφέρει τή λογική λατρεία πρός τόν Κύριο. Γι᾽ αὐτό ἡ Ἐκκλησία μας δέν ἀποστρέφεται τό σῶμα, ἀλλά τό τιμᾶ.
Ἡ ἄρρηκτη ἑνότητα ψυχῆς καί σώματος φαίνεται καί ἀπό τό γεγονός ὅτι ἡ λατρευτική καί μυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας ἀναφέρεται στόν ὅλο ἄνθρωπο. Γράφει χαρακτηριστικά ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Αὐτὸς δὲ ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης ἁγιάσαι ὑμᾶς ὁλοτελεῖς, καὶ ὁλόκληρον ὑμῶν τὸ πνεῦμα καὶ ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα ἀμέμπτως ἐν τῇ παρουσίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Χριστοῦ τηρηθείη» (Α´ Θε 5,23). Ὁ ἁγιασμός καί ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου δέν περιορίζεται μόνον στήν ψυχή, ἀλλά διαπορθμεύεται στόν ὅλο ἄνθρωπο πού ἀποτελεῖται ἀπό ψυχή καί σῶμα.
Ἐπιπλέον, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, ἡ ψυχή καί μετά τόν θάνατο ἀναγνωρίζει τά δικά της μέλη παρά τή διάλυση τοῦ σώματος· δέν ἀπομακρύνεται ἀπό τό δικό της σῶμα «οὔτε εἰ ἐν τῇ κοινωνίᾳ τῶν συντριμμάτων οὔτε εἰ πρὸς τὸ ἀκατέργαστον τῆς τῶν στοιχείων ὕλης καταμιχθείη».
Ἄλλωστε καί ὁ Χριστός, ὁ «πρωτότοκος πάσης κτίσεως», μίλησε γιά τόν ἐνταφιασμό του (βλ. Ἰω 12,7) καί ἐνταφιάσθηκε μέ ἀκέραιη καί ἀλώβητη τή βιολογική του εἰκόνα, ἀφοῦ «οὐ κατέαξαν αὐτοῦ τά σκέλη». Τό ἄψυχο μάλιστα σῶμα Του δέν ἔπαυσε νά εἶναι ἑνωμένο μέ τή θεότητα ἀκόμη καί μέσα στόν τάφο, ὅπως ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας· «Ἐν τάφῳ σωματικῶς, ἐν ᾅδου δὲ μετὰ ψυχῆς, ὡς Θεός, ... καὶ ἐν θρόνῳ ὑπῆρχες, Χριστέ, μετὰ Πατρὸς καὶ Πνεύματος».
Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά οἱ θιασῶτες τῆς καύσης τῶν νεκρῶν, γιά νά δικαιολογήσουν τίς ἐπιλογές τους, ἐπικαλοῦνται χωροταξικά ἀδιέξοδα. Ἐάν ἡ Πολιτεία σέβεται τήν Ἐκκλησία καί τήν παράδοσή μας, θά βρεῖ τρόπο νά ἀντιμετωπίσει τήν ἔλλειψη χώρου. Γιατί στίς μουσουλμανικές χῶρες δέν ὑφίσταται πρόβλημα χώρου; Οὐσιαστικά πίσω ἀπό τήν ἀποτέφρωση ὑποκρύπτεται ἡ ἄρνηση τῆς ἀθανασίας τῆς ψυχῆς καί ἡ ἀπιστία στήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν· ἀποτελεῖ προσπάθεια λήθης τοῦ θανάτου καί ἐξαφάνισης τῶν ἰχνῶν του. Ὅλα αὐτά ἐνισχύονται ἀπό τόν μηδενιστικό τρόπο ζωῆς καί τήν παρατηρούμενη στίς ἡμέρες μας ἀποϊεροποίηση κάθε ἱεροῦ καί ὁσίου.
Ἀναμφισβήτητα ἡ μνήμη τῶν νεκρῶν μᾶς συνδέει μέ τίς ρίζες μας, τήν παράδοσή μας καί ὁρίζει τό χρέος μας ἀπέναντι «σ᾽ αὐτούς πού πέρασαν καί σέ ὅσους θά περάσουν». Τό μαρτυρεῖ ἀπό τά χρόνια τῶν Σαλαμινομάχων ὁ αἰσχύλειος παιάνας: «Ὦ παῖδες Ἑλλήνων ἴτε/ ἐλευθεροῦτε πατρίδ’, ... θήκας τε προγόνων». Ὁ πολιτισμός μας, ἡ ἱστορία μας, ἡ γλῶσσα καί τά ἔθιμά μας περνοῦν μέσα ἀπό αὐτούς τούς τάφους (παράβαλε τό παγκόσμιο ἐνδιαφέρον γιά τόν τάφο τῆς Ἀμφίπολης). Παράλληλα σφυρηλατοῦν τήν ἐλπίδα μας γιά τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν.
Ἐν κατακλείδι ἡ καύση συνιστᾶ ἀσέβεια πρός τό τελειότερο κτίσμα τοῦ Θεοῦ καί «βιασμό» τῆς φύσης, ἐνῶ ταυτόχρονα προκαλεῖ οἰκολογικό πρόβλημα καί ἀλλοίωση στά κοινωνικά μας ἤθη. Ἡ ἀποτέφρωση τῶν νεκρῶν, τῶν εἰκόνων δηλαδή τοῦ Θεοῦ, ἀποτελεῖ μία νέα μορφή εἰκονομαχίας. Καί ὅπως τότε ἡ Ἐκκλησία γιά ἕναν αἰώνα περίπου ἀγωνίσθηκε, γιά νά διαφυλάξει τίς εἰκόνες, ἔτσι καί τώρα ὀφείλει νά ἀναχαιτίσει τήν εἰκονοκλαστική αὐτή προσπάθεια ἐνταφιάζοντας τά σώματα -πού μπορεῖ νά εἶναι καί λείψανα καί νά διαπιστωθεῖ ἡ ἁγιότητα τοῦ κεκοιμημένου κατά τήν ἐκταφή- καί νά μήν ἐπιτρέψει ἕνα ὁλοκαύτωμα τῆς κοινωνίας.
Εὐδοξία Αὐγουστίνου
Φιλόλογος-Θεολόγος
ΔΕΙΤΕ ἐδῶ ΚΑΙ ΕΠΙΛΕΞΤΕ ΥΛΙΚΟ ΓΙΑ ΓΙΟΡΤΗ ΜΗΤΕΡΑΣ (ΥΠΑΠΑΝΤΗ)
Ἡ βάπτιση τοῦ Κυρίου ἀπό τόν Ἰωάννη τόν βαπτιστή στόν Ἰορδάνη εἶναι ἕνα ἀποκαλυπτικό γεγονός πού συγκλονίζει. Δέν ἀναφέρομαι μόνο στήν φανέρωση τῆς ἁγίας Τριάδος, ἀλλά καί σέ μία σειρά ἐκπληκτικῶν μυστηρίων πού μᾶς ἀποκαλύπτουν τόν σκοπό καί τόν στόχο τῆς σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου.
Ὁ Κύριος Ἰησοῦς, ὁ Θεός πού ἔγινε ἄνθρωπος, εἶναι ἀναμάρτητος. Εἶναι ἐκεῖνος γιά τόν ὁποῖο ἡ Γραφή λέει ὅτι «ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ» (Α΄ Πέ 2,22). Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ὁ Ἰωάννης βάπτιζε «εἰς μετάνοιαν» (Μθ 3,11), γιά νά καλλιεργήσει στούς ἀνθρώπους ἀφ’ ἑνός μέν τήν συνείδηση τῆς ἁμαρτωλότητας καί ἀφ’ ἑτέρου τήν ἐπιθυμία νά ἀπαλλαγοῦν ἀπ’ αὐτή τήν κατάσταση. Τότε γιατί βαπτίσθηκε ὁ ἀναμάρτητος Χριστός;
Βαπτίσθηκε ὁ Κύριος, διότι κατ’ ἀρχήν ἔπρεπε ὁ Ἰωάννης νά βεβαιωθεῖ ὅτι αὐτός εἶναι ὁ προσδοκώμενος Μεσσίας. Ὁ Θεός τοῦ εἶχε ἀποκαλύψει ὅτι «ἐκεῖνος στόν ὁποῖο θά δεῖς τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ νά κατεβαίνει καί νά μένει ἐπάνω του, αὐτός εἶναι» (βλ. Ἰω 1,33). Γι’ αὐτό ἀποκαλύπτεται ἡ ἁγία Τριάδα, γι’ αὐτό ἀκούγεται ἡ φωνή τοῦ Πατρός καί γι’ αὐτό τό Πνεῦμα ἐμφανίζεται σάν περιστέρι. Ὅπως λέει ὁ ἴδιος ὁ Ἰωάννης· «Ἐγώ εἶδα τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ νά κατεβαίνει καί νά μένει ἐπάνω του καί μαρτυρῶ γι᾽ αὐτό τό γεγονός καί εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι αὐτός εἶναι ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ» (βλ. Ἰω 1,33-34). Καί ἔπρεπε νά βεβαιωθεῖ γι’ αὐτό ὁ Ἰωάννης, ὥστε στήν συνέχεια νά δείξει τόν Ἰησοῦ στούς μαθητές του καί νά τούς προτρέψει νά τόν ἀκολουθήσουν. Συγκροτεῖται ἔτσι σταδιακά ἡ ἀποστολική ὁμάδα τῶν δώδεκα, ἡ ὁποία θά ἀποτελέσει ἀργότερα καί τόν πυρήνα τῆς Ἐκκλησίας.
Ἕνας ἄλλος λόγος ξεχωριστῆς σημασίας πού ὁ Κύριος βαπτίζεται εἶναι γιά νά προκαλέσει καί νά παραπλανήσει τόν Σατανᾶ. Ὁ Σατανᾶς γνωρίζει πολύ καλά κάθε ἄνθρωπο, διότι μᾶς δεσμεύει ὅλους μέ τά δεσμά τῆς ἁμαρτίας. Τόν ἀναμάρτητο Ἰησοῦ ὅμως δέν τόν γνώριζε, δέν μποροῦσε νά τόν ἐλέγξει. Τοῦ ἦταν «ἄγνωστη χώρα». Τόν βλέπει νά βαπτίζεται ὅπως οἱ ὑπόλοιποι ἄνθρωποι καί θεωρεῖ ὅτι εἶναι καί αὐτός ἁμαρτωλός. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ὁ Ἰησοῦς δέν ἐξομολογεῖται ὅπως ἔκαναν ὅσοι βαπτίζονταν, ἐνῶ συγχρόνως ἀκούγεται ἡ φωνή τοῦ Θεοῦ νά λέει· «Οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα» (Μθ 3,17). Ὅλα αὐτά τοῦ προκαλοῦν σύγχυση, δέν μπορεῖ νά καταλάβει τί συμβαίνει καί ἀρχίζει νά ἀνησυχεῖ. Ἔχει μπροστά του ἕναν ἄνθρωπο πού δέν μπορεῖ νά ἐλέγξει καί ὁ ὁποῖος μαρτυρεῖται ἀπό τόν οὐρανό ὅτι εἶναι ὁ ἀγαπητός, δηλαδή ὁ μονογενής, υἱός τοῦ Θεοῦ. Τί σημαίνει αὐτό; Τί θά πεῖ ὅτι εἶναι ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ; Πρέπει νά τόν φοβᾶται;
Γι᾽ αὐτό ἀπό ἐκείνη τή στιγμή καί ἔπειτα ὁ Σατανᾶς τόν πολεμᾶ εὐθέως. Μετά τό βάπτισμά του ὁ Ἰησοῦς θά πάει στήν ἔρημο καί θά νηστεύσει γιά 40 ἡμέρες· τότε ὁ Σατανᾶς θά ἔλθει καί θά τόν πειράξει τρεῖς φορές λέγοντάς του· «Εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ...» (Μθ 4,3). Ὅ,τι ἄκουσε ἀπό τόν οὐρανό στόν Ἰορδάνη. Ἀλλά ὁ Ἰησοῦς δέν θά ἐνδώσει, δέν θά τοῦ ἀποκαλύψει τί σημαίνει «ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ». Γι’ αὐτό καί ὁ Σατανᾶς θά συνεχίσει νά τόν πολεμᾶ μέ ἀκόμη μεγαλύτερη ἔνταση, μέχρι νά τόν ὁδηγήσει καί στόν τελευταῖο καί πιό σκληρό πειρασμό, στόν σταυρό, ὥστε νά μπορέσει νά καταλάβει περί τίνος πρόκειται. Ἀλλά καί ἐκεῖ ὁ Ἰησοῦς δέν θά τοῦ ἀποκαλυφθεῖ, θά πεθάνει. Αὐτό ἐπεδίωκε ἄλλωστε. Ἔτσι ὥστε μέ τήν ἀνάστασή του νά συντρίψει τήν δύναμη τοῦ διαβόλου πού εἶναι ὁ θάνατος καί νά ἀπελευθερώσει τόν ἄνθρωπο ἀπό αὐτόν τόν ὄλεθρο.
Ὁ τρίτος λόγος πού ὁ Κύριος βαπτίζεται εἶναι αὐτός τόν ὁποῖο ἐπικαλεῖται, ὅταν ὁ ταπεινός Ἰωάννης τοῦ λέει· «Ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπὸ σοῦ βαπτισθῆναι, καὶ σὺ ἔρχῃ πρός με;» (Μθ 3,14). Καί τί λέει ὁ Κύριος; «Ἄφες ἄρτι», ἄφησέ τα αὐτά τώρα. «Οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην» (Μθ 3,15). Τώρα αὐτό πού πρέπει νά κάνουμε εἶναι νά ἐκτελέσουμε κάθε «δικαιοσύνην».
Τί θά πεῖ «δικαιοσύνη»; Θά πεῖ ἐντολή τοῦ Θεοῦ, θέλημα τοῦ Θεοῦ. Καί τί θά πεῖ «νά ἐκτελέσουμε κάθε ἐντολή τοῦ Θεοῦ»; Ποιά εἶναι ἡ ἐντολή τοῦ Θεοῦ πού ἐκτελεῖ ὁ Κύριος ὅταν βαπτίζεται; Ἀκριβῶς αὐτό, τό νά βαπτισθεῖ. Ὁ Ἰωάννης ἐστάλη ἀπό τόν Θεό νά βαπτίζει, αὐτό ἦταν τό καθῆκον του καί αὐτή τήν ἐντολή ἔλαβε ἀπό τόν Κύριο. Καί θέλημα τοῦ Θεοῦ ἦταν ὅλοι οἱ Ἰσραηλῖτες νά βαπτισθοῦν. Καί ὁ Ἰησοῦς πηγαίνει καί βαπτίζεται ὅπως ὅλοι οἱ Ἑβραῖοι, δέν ἐξαιρεῖ τόν ἑαυτό του ἀπ’ αὐτή τήν διαδικασία. Πηγαίνει καί βαπτίζεται σάν ἁμαρτωλός ἐνῶ εἶναι ἀναμάρτητος, ἀκριβῶς γιά νά ἐκτελέσει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Εἶναι προφανές γιά μᾶς τό νόημα αὐτῆς τῆς κίνησης. Ὁ Ἰησοῦς ὑπάκουσε στόν Θεό κατά πάντα. Τό θέλημα τοῦ Θεοῦ ἦταν ὁ υἱός του νά γίνει ἄνθρωπος. Καί ὄχι μόνο νά γίνει ἄνθρωπος ἀλλά καί νά περάσει ἀπό τό βάπτισμα τοῦ Ἰωάννη, ὅπως περνοῦσαν ὅλοι οἱ ἁμαρτωλοί, καί νά πεθάνει ὅπως πεθαίνουν καί ὅλοι οἱ ἁμαρτωλοί· καί ἄς μήν εἶχε σχέση μέ τήν ἁμαρτία. Λέει ὁ ἀπ. Παῦλος· «Πόσο ὑπάκουσε; Μέχρι ποῦ ὑπάκουσε; Μέχρι θανάτου» (βλ. Φι 2,8). Ὑπάκουσε καί πέθανε, γιά νά μείνει ὡς ἄνθρωπος πιστός στόν ἅγιο Θεό. Αὐτό θέλει νά μᾶς διδάξει μέ τό βάπτισμά του, ὅτι πρέπει νά ὑπακοῦμε στόν Θεό, ὅποιο καί ἄν εἶναι τό θέλημά του.
Τό βάπτισμα ἦταν βέβαια ἐξευτελισμός, ταπείνωση γιά τόν υἱό τοῦ Θεοῦ. Γιά μᾶς ὅμως δέν εἶναι ἐξευτελισμός οἱ ἐντολές Του, ὄχι. Ἡ εὐσέβεια, λέει ὁ ἀπ. Παῦλος, εἶναι πορισμός εὐλογημένης ζωῆς καί ἐδῶ, σ᾽ αὐτόν τόν κόσμο (βλ. Α΄ Τι 6,6), καί φυσικά στήν αἰωνιότητα. Καί δέν δεχόμαστε νά ὑπακούσουμε στόν νόμο τοῦ Κυρίου; Ἔχει πόνους, βέβαια, ἡ ζωή τῆς ὑπακοῆς, ἔχει ὀδύνη. Ἀλλά ἄν ὑπακούσουμε κατά πάντα ἔχει καί δόξα καί μᾶς κάνει πολῖτες τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Εὐάγγελος Ἀ. Δάκας
Δρ Θεολογίας - Φιλόλογος
Ἀπολύτρωσις 70 (2015) 4-6
Ἡ ἀπόθεση τοῦ ἀσθενοῦς σαρκίου «εἰς γῆν ἐξ ἧς προῆλθεν» ἔχει κάτι τό ἱεροπρεπές καί τό ὁσιακό στήν περίπτωση τοῦ Παπαδιαμάντη. Σέ ἐπιστολή, πού ἔστειλε ὁ π. Γεώργιος Ρήγας στόν ἐκδότη Ἠλ. Δικαῖο, γράφει καί τ᾿ ἀκόλουθα γιά τίς τελευταῖες στιγμές τῆς ἐπιγείου ζωῆς τοῦ Παπαδιαμάντη:
«Ἠσθένησε τήν 29ην Νοεμβρίου τοῦ 1910. Τήν τρίτην ἡμέραν τῆς ἀσθενείας του ἐλιποθύμησεν. Ὅταν δέ συνῆλθε, “τί μοῦ συνέβη;”, εἶπε. “Δέν εἶναι τίποτε• μιά λιποθυμία μικρά”, τοῦ εἶπον αἱ περιστοιχίζουσαι αὐτῶν τρεῖς ἀδελφαί του. “Τόσα ἔτη”, λέγει ὁ Ἀλέξανδρος, “ἐγώ δέν ἐλιποθύμησα• δέν ἐννοεῖτε ὅτι αὐτά εἶναι προοίμια τοῦ θανάτου μου; Φέρετε ἀμέσως τόν παπά καί μήν ἀναβάλλετε”. Ἐθρήνουν τότε αἱ ἀδελφαί του, ὁ δέ Παπαδιαμάντης βλέπων αὐτάς καί συλλογιζόμενος ὅτι ἐάν ἀποθάνῃ δέν ἔχουσιν ἄλλον βοηθόν καί συντηρητήν, ταῖς ἀπέτεινε τούς ἑξῆς παρηγόρους λόγους: “Ἔχω καλούς φίλους, οἱ ὁποῖοι θά ἐκδώσουν τάἔργα μου• ἡσυχάστε, φιλόστοργές μου ἀδελφές”. Μέτ᾿ ὀλίγον κληθέντες ἦλθον συγχρόνως καί ὁ ἱερεύς καί ὁ ἰατρός.Ὁ Παπαδιαμάντης πρό πάντων ἦτο χριστιανός καί χριστιανός εὐσεβής. Μόλις εἶδε τόν ἰατρόν, εἶπεν εἰς αὐτόν: “Τί θέλεις σύ ἐδῶ;”. “Ἦρθα νά σέ δῶ”, τοῦ λέγει ὁ ἰατρός. “Νά ἡσυχάσεις”, τοῦ λέγει ὁ ἀσθενής, “ἐγώ θά κάμω πρῶτα τά ἐκκλησιαστικά (δηλ. θά ἐπικαλεσθῶ τήν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ) καί ὕστερα νά ᾿ρθεῖς ἐσύ”... Εἶχε σώας τάς φρένας του μέχρι τέλους καί ἐπεθύμει νά συγγράψῃ διήγημα. Ὁ νοῦς του μέχρι τῆς τελευταίας του ἀναπνοῆς ἦτο ἀφιερωμένος εἰς τόν Θεόν. Μόνος του, ὀλίγας ὥρας πρίν ἀποθάνῃ, ἔστειλε νά κληθῇ ὁ ἱερεύς διά νά κοινωνήσῃ: “Ξεύρεις! μήπως ἀργότερα δέν καταπίνω!”, ἔλεγεν. Ἦτο ἡ παραμονή τοῦ θανάτου του καί ὥς τις εἰρωνεία τοῦ ἀνηγγέλθη ἡ ἀπονομή τῆς παρασημοφορίας του διά τοῦ Σταυροῦ τοῦ Σωτῆρος.
Τήν ἑσπέραν τῆς 2ας Ἰανουαρίου, παραμονήν τοῦ θανάτου του, “Ἀνάψτε ἕνα κερί”, εἶπε, “φέρτε μου ἕνα βιβλίο” (Σημ. δηλ. ἐκκλησιαστικόν βιβλίον). Τό κηρίον ἠνάφθη. Ἐπρόκειτο δέ νά ἔλθῃ καί τό βιβλίον. Ἀλλά πάλιν ἀποκαμών ὁ Παπαδιαμάντης εἶπεν: “Ἀφῆστε τό βιβλίο• ἀπόψε θά εἰπῶ ὅσα ἐνθυμοῦμαι ἀπ᾿ ἔξω”. Καί ἤρχισε ψάλλων τρεμουλιαστά: “Τήν χεῖράν σου τήν ἁψαμένην...” (Σημ. Εἶναι τοῦτο τροπάριον ἐκ τῶν Ὡρῶν τῆς παραμονῆς τῶν Φώτων). Αὐτό ἦτο καί τό τελευταῖον ψάλσιμον τοῦ Παπαδιαμάντη, ὅστις τήν ἰδίαν νύκτα, κατά τήν 2αν μετά τό μεσονύκτιον, ὅταν ἐξημέρωνεν ἡ 3η Ἰανουαρίου, παρέδωκε τήν ψυχήν του εἰς χεῖρας τοῦ Πλάστου. Ἡ Σκίαθος ὅλη ἔκλαυσε καί κλαίει διά τήν ἀπώλειαν τοῦ Παπαδιαμάντη...».
Σήμερα μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι ὄχι μόνο ἡ «Σκίαθος» ἀλλ᾿ ἡ ὀρθόδοξη Ἑλλάδα ὁλόκληρη θρήνησε τήν κοίμηση τοῦ Ἀλεξάνδρου. Ὅσο δέ περνάει ὁ καιρός καί γνωρίζουμε περισσότερο τό ἔργο του, τόσο ἡ ἐκτίμησή μας μεγαλώνει πρός τήν ὑψηλή τέχνη του καί ὁ θαυμασμός μας πρός τό πρόσωπό του γίνεται πιό ἔνθερμος.
Π. Β. Πάσχος
Ὁ ἐρχομός ἑνός καινούργιου ἔτους ἀποτελεῖ συνήθως ἀφετηρία γιά κάποιους στοχασμούς, ἄλλοτε ἁπλούς καί ἄλλοτε σύνθετους. Στό σημείωμα πού ἀκολουθεῖ θά προσπαθήσω νά μείνω κάπου στό μέσον.
Τό σύνολο τῶν πραγμάτων τοῦ φυσικοῦ κόσμου περικλείεται μέσα σ᾿ ἕνα εὐρύ πλαίσιο, τό χῶρο. Τό σύνολο τῶν φαινομένων -φυσικῶν, φυσιολογικῶν, ψυχικῶν- περικλείεται μέσα σ᾿ ἕνα δεύτερο καί ἐπίσης εὐρύ πλαίσιο, τό χρόνο. Οἱ ἔννοιες τοῦ χώρου καί τοῦ χρόνου συνυφαίνονται μεταξύ τους καί ἀλληλοσυμπληρώνονται δίνοντας τή φιλοσοφική ἔννοια τοῦ χωροχρόνου.
Περιοριζόμενοι στήν ἔννοια τοῦ χρόνου -πράγμα πού τό ἐπιβάλλει ἡ ἐπικαιρότητα- μποροῦμε νά ξεκινήσουμε ἀπό τή θεμελιακή τοποθέτηση ὅτι ἡ ἔναρξη τοῦ χρόνου ὁριοθετεῖται μέ τή δημιουργία τοῦ κτιστοῦ κόσμου. Στήν ἄκτιστη πραγματικότητα τῆς Ἁγίας Τριάδας ὁ χρόνος εἶναι ἀνυπόστατος· ὑπάρχει μόνο ἡ ἀσύνορη αἰωνιότητα. Ὅμως μερικές ἐπιμέρους παρατηρήσεις εἶναι ἀπαραίτητες.
Ὁ χρόνος εἶναι μία συνεχής ροή, μιά κίνηση. Τά περιστατικά πού συμβαίνουν ετε στό ἐξωτερικό μας περιβάλλον, στόν φυσικό δηλαδή κόσμο, ετε στή συνείδησή μας, τόν ψυχικό μας δηλαδή κόσμο, ετε στόν ἱστορικό καί κοινωνικό χῶρο, μέ τήν ἀέναη διαδοχή τους μᾶς βοηθοῦν νά σχηματίσουμε ἀπό παιδιά τήν ἀντίληψη τοῦ χρόνου. Δικαιολογημένα, λοιπόν, ὁ Ἡράκλειτος παρομοιάζει τό χρόνο μέ τό νερό ἑνός ποταμοῦ πού ρέει ἀσταμάτητα. Ἀλλά καί ὁ Ἀριστοτέλης παρατηρεῖ· «φανερόν ὅτι οὐκ ἔστιν ἄνευ κινήσεως καί μεταβολῆς χρόνος», καί «τότε φαμέν γεγονέναι χρόνον, ὅταν τοῦ προτέρου καί τοῦ ὑστέρου ἐν τῇ κινήσει ασθησιν λάβωμεν». Συμπερασματικά μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι ἡ ἀντίληψη τοῦ χρόνου περιλαμβάνει δύο στοιχεῖα: α) τήν ἰδιότητα τῆς διάρκειας καί β) τίς σχέσεις τοῦ ταυτόχρονου καί τῆς διαδοχῆς. Στή χρονική σχέση τῆς διαδοχῆς διακρίνουμε τό παρελθόν, τό παρόν καί τό μέλλον.
Ὁ χρόνος δέν ἀποτελεῖ μονοσήμαντη ἔννοια. Ἄν τόν δοῦμε ἀπό καθαρά ἐνδοκοσμική ἄποψη, ξεχωρίζουμε δύο κατηγορίες: τόν ἀντικειμενικό, φυσικό, καί τόν ὑποκειμενικό, ψυχολογικό χρόνο. Ὡστόσο μέσα στόν ἐκκλησιαστικό χῶρο ὁ χρόνος χάνει τή γνωστή κινητική του ἰδιότητα καί μεταβάλλεται σ᾿ ἕνα συνεχές καί ἀρράγιστο παρόν. Πρόκειται γιά τόν λειτουργικό χρόνο, ὅπου καταργεῖται ἡ ασθηση τῆς διαδοχῆς καί ὅλα τά γεγονότα τῆς σωτηρίας μας τελοῦνται ἀδιαλείπτως μέ τήν ἀμεσότητα τοῦ παρόντος: Σήμερον γεννᾶται, σήμερον σταυροῦται, σήμερον ἀνίσταται ὁ λυτρωτής Χριστός.
Ὁ ἄνθρωπος, βέβαια, εἶναι μία φυσική καί μεταφυσική συγχρόνως ὕπαρξη πλασμένη ἀπό τόν Θεό «κατ᾿ εἰκόνα» καί «καθ᾿ ὁμοίωσιν». Τό «κατ᾿ εἰκόνα» εἶναι ἕνα ὀντολογικό δεδομένο. Τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν» ὅμως ἀποτελεῖ τελικό στόχο, προορισμό. Ἑπομένως, γιά νά πετύχει ἡ στόχευση, χρειάζεται μία πορεία πρός τά ἐμπρός μέ ὑπέρβαση τοῦ ἑαυτοῦ μας, μιά κατεύθυνση πρός τό «πέραν»· «ὅλο μακρύτερα νά πηγαίνουμε, ὅλο ψηλότερα ν᾿ ἀνεβαίνουμε». Ἔτσι καταλήξαμε πάλι στήν ἀρχική ἀντίληψη τῆς κίνησης, θεωρημένη τώρα ἀπό ἄλλη σκοπιά. Ἡ στατικότητα, ἡ στασιμότητα σημαίνει ἀπώλεια. Ἡ ζωή μας στόν κόσμο τοῦτο ὀφείλει νά εἶναι in statu viae (σέ κατάσταση δρόμου, πορείας). Γι᾿ αὐτό καί ὁ πιστός δέν μπορεῖ παρά νά εἶναι Homo viator (ἄνθρωπος ταξιδευτής, ὁδοιπόρος). Πόσο ὡραῖα καί ἐπιγραμματικά ἐκφράζει τήν ἀλήθεια αὐτή ὁ ἀπόστολος Παῦλος· «Τά μέν ὀπίσω ἐπιλανθανόμενος τοῖς δέ ἔμπροσθεν ἐπεκτεινόμενος» (Φι 3,14). Ἐπηρεασμένος ἀπό τόν Παῦλο καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης τήν πορεία μας αὐτή τή χαρακτηρίζει ὡς «ἐπέκτασιν».
Ἑπομένως ἡ ἔλευση τοῦ νέου ἔτους συνεπάγεται ἀνανέωση τοῦ συμβολαίου τῆς εὐθύνης, ὥστε νά φθάσουμε στό «ἐν εἰρήνῃ καί μετανοίᾳ». Ἡ παράταση τῆς ζωῆς σ᾿ αὐτόν τόν κόσμο ἔχει νόημα, ὅταν ὁ χρόνος ἀξιοποιεῖται. Καί τό ἀρχαῖο ἐκεῖνο «χρόνου φείδου» δηλώνει ὅτι ὁ ἐφησυχασμός, ἡ ἀδράνεια, ἡ σπατάλη τοῦ χρόνου ὁδηγοῦν στόν πνευματικό μαρασμό, στή φθορά. Ἀντίθετα ἡ σωστή ἀξιοποίηση τοῦ χρόνου γίνεται μέ τά ἔργα τῆς ἀγάπης. «Τοιοῦτοι γάρ τῆς ἀγάπης οἱ ὀφθαλμοί· οὐχ ὁδῷ διακόπτονται, οὐ χρόνῳ μαραίνονται». Μέσα, λοιπόν, στή σύγχρονη ταραχή καί ἀνεμοζάλη μακάρι ὁ καινούργιος χρόνος νά μᾶς καταστήσει συμμέτοχους στήν ἀκατάλυτη ἐλπίδα τῶν μελλοντικῶν ἀγαθῶν πού μᾶς περιμένουν, γιατί «τό τοῦ Κυρίου Πάσχα προέρχεται καί καιροί συνάγονται καί μετακόσμια ἁρμόζεται καί διδάσκων ἁγίους ὁ Λόγος εὐφραίνεται»• δηλαδή: Τό Πάσχα τοῦ Κυρίου προχωρεῖ καί οἱ χρόνοι συγκλίνουν καί οἱ ὑπερφυσικές πραγματικότητες ἐναρμονίζονται καί ὁ Λόγος (τό δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδας) εὐφραίνεται καθώς διδάσκει τούς ἁγίους.
Ἰ. Ἀ. Νικολαΐδης
1η Ἰανουαρίου τοῦ 1788 καί ὁ πρῶτος συνεταιρισμός στήν Εὐρώπη βάζει τό θεμέλιό του. Ἄνδρες, γυναῖκες καί παιδιά, κάτοικοι τῶν Ἀμπελακίων τῆς ἐπαρχίας Λάρισας καί τῶν γύρω χωριῶν, συγκροτοῦν ἕνα πρότυπο συνεταιριστικό σῶμα.
Στόχος τοῦ Συνεταιρισμοῦ ἦταν κατά βάση ἡ πληρωμή τῶν φόρων στούς τούρκους κατακτητές, ἡ τροφοδοσία τῶν ἀπόρων συγχωριανῶν καί, τέλος, ἡ συντήρηση νοσοκομείων, σχολείων, ἐκκλησιῶν κτλ.
Ὁ Συνεταιρισμός Ἀμπελακίων, ἄν καί λειτούργησε σέ καθεστώς κατοχῆς, διατηρήθηκε γιά ἀρκετά χρόνια, δημιουργώντας ἕνα ἰδανικό πρότυπο γιά τίς κοινωνίες τοῦ μέλλοντος.
Ἡ πυροδότηση γιά τήν πρωτοποριακή αὐτή δημιουργία ὀφείλεται στόν Μητροπολίτη Πλαταμῶνος Διονύσιο, ὁ ὁποῖος στηρίχθηκε στό πνεῦμα κοινωνικῆς ἀλληλεγγύης καί ἀδελφότητας πού ἐπικρατοῦσε στά Ἀμπελάκια καί σ᾿ ὅλη τή γύρω περιοχή. Ἡ βαθειά εὐσέβεια τῶν χωρικῶν, ἡ ὁποία ἐκφραζόταν μέ τήν ἔμπρακτη ἀγάπη, εἶχε καλλιεργηθεῖ ἀπό τούς διδασκάλους τῆς περίφημης Σχολῆς τῶν Ἀμπελακίων, Νεόφυτο Δούκα, Εὐγένιο Βούλγαρη κ.ἄ.
Ἡ χριστοκεντρική βάση καί ἡ ἁγιογραφική θεμελίωση τοῦ πετυχημένου αὐτοῦ πειράματος δηλώνεται ξεκάθαρα στό προοίμιο τοῦ καταστατικοῦ του:
«“Οὗ γάρ εἰσιν δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τό ἐμόν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν”, λέγει ὁ Κύριος στά Εὐαγγέλια.
Καί ὁ προφήτης - βασιλεύς: “Ἀρχή τῶν λόγων σου ἀλήθεια”, καί “Ὁ φόβος Κυρίου ἁγνός, διαμένων εἰς αἰῶνα αἰῶνος” καί “Γάρ οἱ δοῦλοι σου φυλάσσουσιν αὐτά• ἐν τῷ φυλάσσειν αὐτά ἀνταπόδοσις πολλή”.
Συνεπῶς ἐμεῖς, οἱ ἔμποροι καί βιοτέχνες κόκκινων νημάτων αὐτῆς τῆς πολιτείας, ἀποθέτοντας τή ζωή μας στόν ἀκρογωνιαῖο λίθο, στό ὄνομα τοῦ Κυρίου μας, ἀποφασίσαμε...»
1η Ἰανουαρίου... Ἀπό Θεοῦ ἄρξασθε καί σύν Θεῷ ἐργάζεσθε... Κι ὁ κόπος θά ᾿ναι εὐλογημένος!
Συνέκδημος
Ἀπολύτρωσις 58 (2003) 11