ΑΠΟΛΥΤΡΩΣΙΣ
ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΔΕΛΦΟΤΗΣ
Ἀπό τίς ἐκφραστικότερες καί θεολογικότερες αὐτοαποκαλύψεις τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι ὅτι αὐτός συστήνεται ὡς «ἡ ἀλήθεια καί ἡ ὁδός», καλύπτοντας ἔτσι τή βιοθεωρία ἀλλά καί τή βιοτή τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι ὁ Χριστός ἡ ἀλήθεια πού ἱκανοποιεῖ τό πνεῦμα μας, ἀλλά καί ἡ ὁδός πού μᾶς κατευθύνει ἀλάνθαστα στήν καθημερινή μας πράξη· ὁ δάσκαλος πού μᾶς διαφωτίζει ἀλλά καί ὁ καθηγητής, δηλαδή ὁ καθοδηγητής, πού προπορεύεται γιά νά τόν ἀκολουθοῦμε στό δρόμο τῆς ζωῆς. Κι ἐπειδή ἡ ἀρχή καί ἡ ὅλη πορεία τῆς ζωῆς μας ἐξαρτᾶται ἄμεσα ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀποκτοῦν θεμελιακή σημασία οἱ ἐντολές καί τά παραγγέλματα μέ τά ὁποῖα αὐτό ἐκφράζεται μέσα στήν ἁγία Γραφή.
Τό γενικό παράγγελμα, πού ἀπηχεῖται σ᾿ ὅλη τήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη, διατυπώνεται ἐπιγραμματικά στή φράση· «ἔκκλινον ἀπό κακοῦ καί ποίησον ἀγαθόν» (Ψα 36,27· Α' Πε 3, 11). Ἐπισημαίνονται δέ καί ἀναλύονται διεξοδικά οἱ ἔννοιες τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ, μέ ἕνα πλῆθος ἀρετῶν καί κακιῶν ἀντίστοιχα, πού συχνά ἀπαριθμοῦνται στήν ἁγία Γραφή. Δέν ἀναφέρονται, βέβαια, σάν μία στεγνή, ἠθικιστική λίστα, διότι ἡ ἁγία Γραφή δέν εἶναι νεκρή καθηκοντολογία καί ἀφηρημένη ἠθική. Προβάλλονται ὡς συγκεκριμένη μορφή τοῦ ἀγαθοῦ, ὡς θέλημα καί ἐντολή τοῦ Θεοῦ, πού ἀντιτίθεται στό κακό, στό θέλημα τοῦ διαβόλου. Καί γίνονται καθοδηγητικές γραμμές τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα, διά τοῦ ὁποίου προάγεται, ὥστε νά καταστεῖ ἄρτιος ὁ τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος.
Ἤδη στό Δεκάλογο γίνεται μία ἁδρομερής ἀπαρίθμηση τῶν πρακτέων καί τῶν ἀποφευκτέων. Στήν ἐπί τοῦ ὄρους ὁμιλία του, ἐξάλλου, ὁ Κύριος καθορίζει μέ ἀκρίβεια τούς κανόνες συμπεριφορᾶς τοῦ πιστοῦ στή σχέση του μέ τόν Θεό καί μέ τούς συνανθρώπους του. Ἀλλά καί σέ ἄλλη ὁμιλία του, πού διασώζει ὁ εὐαγγελιστής Μᾶρκος (7, 21-22· πρβλ. Μθ 15,19), ἀναφέρει ἐκτενῆ κατάλογο 13 ἁμαρτημάτων. Στίς ἐπιστολές τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἐπίσης κατ᾿ ἐπανάληψιν συναντοῦμε καταλόγους ἀρετῶν καί κακιῶν. Στήν Α' πρός Τιμόθεον ἐπιστολή (1,9-10) π.χ. ὁ ἀπόστολος προσαρμόζει λακωνικά, σχεδόν μονολεκτικά, τήν κάθε μία ἀπό τίς δέκα ἐντολές στή σύγχρονη ζωή. Παρόμοιες λίστες ἀρετῶν καί κακιῶν παραθέτει στά Α' Κο 6,9-10· Γα 5,18ἑ.· Β' Τι 3,1ἑ. κ.ἄ. Ἰδιαίτερα ἐπισημαίνω τήν περικοπή τῆς πρός Ρωμαίους ἐπιστολῆς 1,26-32, ὅπου μέσα σέ ἑπτά μόνο στίχους μνημονεύονται 26 ἁμαρτήματα.
Ἡ πρακτική ἀνάλυση καλοῦ καί κακοῦ καί ἡ προσαρμογή τους στή ζωή τοῦ κάθε χριστιανοῦ ἐξηγεῖ καί δικαιολογεῖ γιατί ὁ ἀπόστολος Παῦλος χαρακτηρίζει τήν ἁγία Γραφή κατάλληλη «πρός ἔλεγχον» (Β' Τι 3,16). Ὅπως δηλαδή ἐλέγχουμε τό βάρος μας μέ τή ζυγαριά, τή μορφή μας μέ τόν καθρέφτη, τήν κατάσταση τῶν διαφόρων ὀργάνων τοῦ σώματός μας μέ τίς ποικίλες ἐργαστηριακές ἐξετάσεις, στήν ἁγία Γραφή μπορεῖ ὁ πιστός σάν σέ καθρέφτη νά ἐλέγξει τήν πνευματική του κατάσταση. Αὐτήν τήν ἀλήθεια βιώνοντας ὁ ἅγιος Αὐγουστίνος συνέγραψε τό περίφημο πρακτικό καί ἐποικοδομητικό βιβλίο του Speculum (= Καθρέφτης). Ἐκεῖ ταξινομώντας τά διάφορα χωρία τῆς ἁγίας Γραφῆς βοηθᾶ τόν ἀναγνώστη νά δεῖ μέσα ἀπό αὐτά σάν σέ καθρέφτη τόν Θεό, τόν κόσμο καί τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του.
Στή γραμμή τῆς ἁγίας Γραφῆς στοιχούμενοι οἱ ἅγιοι πατέρες, ἀπό τήν ἀποστολική ἐποχή μέχρι τά χρόνια τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ ἁγιορείτου καί τοῦ πατρο-Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, παραδίδουν στά ἔργα τους λίστες κακιῶν καί παθῶν. Στόχος τους εἶναι νά βοηθήσουν τούς πιστούς νά συνειδητοποιήσουν τά ἁμαρτήματά τους, ὥστε νά τά ἐξομολογηθοῦν. Μάλιστα ὁ ἅγιος Νικόδημος στό «Ἐξομολογητάριόν» του, ἕνα ἐγχειρίδιο γιά χρήση τῶν πνευματικῶν, καλύπτει δεκατρεῖς σελίδες μέ ἐρωτήματα, τά ὁποῖα ἀντλεῖ ἀπό τίς δέκα ἐντολές. «Ἐπειδή τήν σήμερον», ἐξηγεῖ, «οἱ περισσότεροι χριστιανοί, ἄλλοι μέν ἀπό ἀπαιδευσίαν καί ἀμάθειαν, ἄλλοι δέ ἀπό ἐντροπήν καί ἄλλοι ἀπό τήν κακήν συνήθειαν πού ἔλαβον νά ἐρωτῶνται ἀπό τούς πνευματικούς εἰς τήν ἐξομολόγησιν... δέν φροντίζουν νά κάμνουν καί αὐτοί ἔρευναν τῶν ἁμαρτιῶν τους πρό τοῦ νά ἐξομολογηθοῦν, οὔτε λέγουν μόνοι τάς ἁμαρτίας των, καθώς εἶναι πρέπον, ἀλλά προσμένουν νά τούς ἐρωτᾶ ὁ πνευματικός..., διά τοῦτο ἀναγκαῖον ἐκρίναμεν ἐδῶ νά σοῦ δώσωμεν μίαν καθολικήν εἴδησιν, πνευματικέ, πῶς πρέπει νά ἐρωτᾶς τούς τοιούτους ἐξομολογουμένους, ἐπάνω εἰς τάς δέκα ἐντολάς, τά κυριώτερα καί μεγαλύτερα ἁμαρτήματα».
Στίς μέρες μας, δόκιμοι καί καταξιωμένοι διδάσκαλοι καί πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας σέ ἔργα τους εἰδικά γιά τή μετάνοια καί τήν ἐξομολόγηση περιλαμβάνουν ἐπίσης καταλόγους ἁμαρτημάτων, πού διευκολύνουν τόν ἀναγνώστη στόν αὐτοέλεγχό του. Ἀλλά καί πολλοί ἀπό τούς πνευματικούς μας συνηθίζουν νά κυκλοφοροῦν αὐτές τίς λίστες, βοηθώντας ἔτσι τούς ἐξομολογουμένους στή συνειδητοποίηση καί ἐξαγόρευση τῶν ἁμαρτημάτων τους.
Ἡ συνοπτική αὐτή ἀναδρομή δείχνει ὅτι εἶναι ἀπόλυτα σύμφωνη πρός τό πνεῦμα τῆς ἁγίας Γραφῆς καί πρός τήν πρακτική τῆς Ἐκκλησίας μας ἡ χρήση τοῦ λεγομένου «ὁδηγοῦ ἐξομολογήσεως» ἤ «καθρέφτη». Δέν εἶναι μεσαιωνικό κατάλοιπο οὔτε σκοταδιστική πρακτική. Συνεπῶς, ἦταν ἄτοπη καί ἄδικη ἡ ταραχή καί ὁ θόρυβος, τόν ὁποῖο κακόβουλα ξεσήκωσαν κάποιοι κατά τίς παραμονές τῶν Χριστουγέννων. Ἦταν ὁρισμένοι δημοσιογράφοι, πού ἔκαναν τή «μεγάλη ἀνακάλυψη» ὅτι ἐξομολόγοι διέπραξαν τό φοβερό παράπτωμα νά κυκλοφοροῦν κάποιο ἔντυπο μέ τόν τίτλο «Ἕνας καθρέφτης», τό ὁποῖο περιεῖχε λίστα ἁμαρτημάτων. Ἔσπευσαν, λοιπόν, οἱ αὐτεπάγγελτοι αὐτοί φρουροί τῶν θεσμῶν τῆς Ἐκκλησίας, νά καταγγείλουν δημόσια καί καυστικά τό γεγονός. Ἀξίωσαν ν᾿ ἀπολογηθεῖ γι᾿ αὐτό ὁ ἴδιος ὁ Ἀρχιεπίσκοπός μας καί ὡς ἐξουσίαν ἔχοντες τό καταδίκασαν αὐστηρά μέ τήν ἐτυμηγορία· «ἄν αὐτά εἶναι ἁμαρτήματα, τότε ὅλοι εἴμαστε ἁμαρτωλοί!». Προσέλαβαν μάλιστα ὡς συνηγόρους τους καί μερικούς «θεολόγους» -ἀφήνω ἀχαρακτήριστη τήν εἰδικότητα-, γιά νά ἐπιβεβαιώσουν αὐτοί ὡς ἐπαΐοντες τή μεγάλη παρανομία!
Εἴμαστε σοβαροί; Καί δέν γνωρίζουμε πράγματι πώς κανείς ἀπολύτως ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά ἰσχυρισθεῖ ὅτι εἶναι ἀναμάρτητος; Οὔτε ὅτι ἀκριβῶς γι᾿ αὐτό ἦρθε στόν κόσμο ὁ Ἰησοῦς Χριστός, γιά νά λυτρώσει τούς ἁμαρτωλούς ἀνθρώπους; Σ᾿ ὅλους ἐμᾶς τούς ἁμαρτωλούς ἀνοίγει σάν καθρέφτη τίς σελίδες της ἡ ἁγία Γραφή, γιά νά μᾶς φανερώσει τίς κηλίδες καί τίς ἀσχημίες μας, ὥστε νά καθαρισθοῦμε μέ τόν τρόπο πού ἡ Ἐκκλησία θέτει στή διάθεσή μας.
Ὅλα αὐτά εἶναι πασίγνωστα καί πολύ οἰκεῖα στούς χριστιανούς. Συνεπῶς, ὅποιος τά ἀγνοεῖ ἤ θέλει νά τά ἀμφισβητεῖ, ἔχει ὁ ἴδιος πρόβλημα. Καί εἶναι, βέβαια, ἐλεύθερος ἄν θέλει νά περιφρονεῖ ἤ νά ἀπορρίπτει τόν πνευματικό καθρέφτη. Νά γνωρίζει ὅμως ὅτι ἔτσι μόνος ὑπογράφει τήν καταδίκη του καί αὐτοκτονεῖ πνευματικά. Καί ἀσφαλῶς δέν μπορεῖ νά παρουσιάζεται ὡς μέγας νομοθέτης, πού κρίνει καί ἐπικρίνει, ἀποφαίνεται καί θεσμοθετεῖ. Διότι στήν πραγματικότητα εἶναι ἕνας δυστυχισμένος, πού ἐπαναλαμβάνει -σέ μία ἔκδοση πολύ πιό σοβαρή καί γι᾿ αὐτό καί πολύ πιό ἐπικίνδυνη- τή θλιβερή ἱστορία τῆς Λαΐδας· ἐκείνης τῆς φημισμένης Κορινθίας ἑταίρας, ἡ ὁποία ἔσπασε τόν καθρέφτη της, ὅταν δέν ἄντεχε νά βλέπει μέσα σ᾿ αὐτόν τίς ρυτίδες ν᾿ αὐλακώνουν τό ὡραῖο της πρόσωπο. Στῶμεν καλῶς καί μήν παίζουμε «ἐν οὐ παικτοῖς»!
Παράδοξος καί ὁπωσδήποτε ἀπροσδόκητος ὁ τίτλος τοῦ ἄρθρου γιά τήν ἱστοσελίδα καί τό περιοδικό μας, πού οὔτε μέ τήν Ψυχιατρική οὔτε μέ τήν ᾿Ιατρική γενικότερα ἔχει κάποια σχέση. Εἶναι, λοιπόν, ἀναγκαῖο ἐξαρχῆς νά διευκρινίσω ὅτι δέν πρόκειται νά μπῶ στά χωράφια τῶν ἀγαπητῶν μου γιατρῶν. Δέν ἔχω τήν πρόθεση οὔτε καί τήν ἁρμοδιότητα νά ἀσχοληθῶ μέ τίς παθήσεις πού μελετᾶ καί ἀντιμετωπίζει ἡ Ψυχιατρική καί πού δέν εἶναι λίγες· ξεπερνοῦν τίς τριακόσιες, ὅπως ἔχει ἐπισημάνει εἰδική ἔρευνα. Τό θέμα τοῦ ἄρθρου μου ἀφορᾶ σέ τρεῖς πνευματικές, θά ἔλεγα, τρέλες. Εἶναι καταστάσεις ἔκρυθμες, πού προξενοῦν δυσαρμονία καί ταραχή στόν ψυχικό κόσμο τοῦ ἀνθρώπου, σαλεύουν τήν ἐσωτερική του ἰσορροπία καί τόν ἀποδεικνύουν ἄφρονα, δηλαδή ἀνόητο, τρελό.
«῎Αφρων», λέγει ὁ Μ. Βασίλειος, εἶναι «ὁ ἐστερημένος φρονήσεως καί ὁ πρός τά κοινά καί ἀνθρώπινα διορατικῶς μή ἔχων», δηλαδή ἐκεῖνος πού ἔχασε τή φρόνησή του καί δέν διακρίνει τά κοινά καί ἀνθρώπινα, τά ὁποῖα ἀβίαστα ἀντιλαμβάνονται οἱ φυσιολογικοί ἄνθρωποι. Μέ τό χαρακτηρισμό «ἄφρων» στιγματίζει ὁ θεόπνευστος λόγος τῆς ἁγίας Γραφῆς τρεῖς περιπτώσεις ἀνθρώπων·
- ῎Ηδη στήν Παλαιά Διαθήκη ὁ προφήτης Δαυΐδ γράφει· «Εἶπεν ἄφρων ἐν καρδίᾳ αὐτοῦ· οὐκ ἔστι Θεός» (Ψα 13,1· 52,1). «῎Αφρων» θεωρεῖται ἐκεῖνος πού δέν ἀναγνωρίζει τήν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ, ὁ ἄθεος.
- Στήν Καινή Διαθήκη τά χείλη τοῦ Θεανθρώπου χαρακτηρίζουν ἄφρονα τόν πλούσιο τῆς παραβολῆς· «῎Αφρον, ταύτῃ τῇ νυκτί τήν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπό σοῦ· ἅ δέ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;» (Λκ 12,20). Σώρευε ἀγαθά στίς ἀποθῆκες του, μένοντας ἀδιάφορος γιά τή δυστυχία τῶν συνανθρώπων του καί ἀνυποψίαστος γιά τίς ἀνάγκες τῆς δικῆς του ψυχῆς.
- ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος γράφοντας στούς Κορινθίους ὀνομάζει ἄφρονα τόν ἄνθρωπο πού δέν ἐλπίζει στή σωματική του ἀνάσταση· «῎Αφρον, σύ ὅ σπείρεις, οὐ ζωοποιεῖται, ἐάν μή ἀποθάνῃ· καί ὅ σπείρεις, οὐ τό σῶμα τό γενησόμενον σπείρεις, ἀλλά γυμνόν κόκκον, εἰ τύχοι σίτου ἤ τινος τῶν λοιπῶν· ὁ δέ Θεός αὐτῷ δίδωσι σῶμα καθώς ἠθέλησε... οὕτω καί ἡ ἀνάστασις τῶν νεκρῶν» (Α´ Κο 15,36-42).
᾿Αθεΐα, ἀσπλαγχνία, ἀπελπισία. Νά οἱ τρεῖς καταστάσεις ἀφροσύνης, τίς ὁποῖες ἐπισημαίνει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ἡ ἱστορία καί ἡ καθημερινή μας ἐμπειρία ἐπιβεβαιώνουν τίς θλιβερές συνέπειές τους στή ζωή μας. Γιατί ὅμως χαρακτηρίζεται τρέλα ἡ καθεμία ἀπό τίς καταστάσεις αὐτές;
῾Η ἐπιστήμη τῆς Ψυχολογίας συμφωνεῖ μέ τήν ἁγία Γραφή ὅτι ἡ ψυχική ὑγεία τοῦ ἀνθρώπου συνίσταται στήν ἐσωτερική του ἑνότητα καί εἰρήνη. ῞Οταν ἔχουμε ἁρμονικές σχέσεις μέ τόν ἑαυτό μας, μέ τούς ἄλλους καί μέ τόν Θεό, τότε ἡ λογική μας βλέπει καθαρά, τό συναίσθημά μας διοχετεύεται σωστά, ἡ βούληση εἶναι ἰσχυρή καί ἡ ψυχή μας νιώθει ὑγιής, ἀσφαλισμένη. ᾿Εκεῖνο πού διαταράσσει τήν ἐσωτερική ἰσορροπία, μᾶς διασπᾶ σέ χίλια κομμάτια καί μᾶς φέρνει σέ σύγκρουση μέ τούς γύρω καί μέ τόν ἑαυτό μας, εἶναι ἡ ἁμαρτία. Διότι «ἁμαρτάνω» σημαίνει ἀκριβῶς αὐτό· παραβαίνω τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τό νόμο τόν ὁποῖο ἔθεσε ὁ Δημιουργός μου, γιά νά λειτουργεῖ σωστά ἡ φύση μου, καί ἑπομένως ἀποτυγχάνω στό στόχο μου καί χάνω τό ρυθμό μου.
῾Η ἀθεΐα, ἡ ἀσπλαγχνία καί ἡ ἀπελπισία εἶναι οἱ βασικές μορφές μέ τίς ὁποῖες παρουσιάζεται ἡ ἁμαρτία στή ζωή μας. Καθεμιά ἀπ᾿ αὐτές διασαλεύει τίς σχέσεις μας μέ τούς τρεῖς βασικούς ἄξονες, γύρω ἀπό τούς ὁποίους στρέφεται ἡ ἀνθρώπινη ψυχή· τόν Θεό, τόν συνάνθρωπο καί τόν ἑαυτό μας. ῾Η ἀθεΐα μᾶς βάζει σέ πόλεμο μέ τόν Θεό· ἡ ἀσπλαγχνία ὑψώνει τεῖχος καί μᾶς χωρίζει ἀπό τούς ἄλλους ἀνθρώπους· ἡ ἀπελπισία μᾶς φέρνει σέ διάσταση μέ τόν ἴδιο τόν ἑαυτό μας. ᾿Εμβαθύνοντας θά μπορούσαμε νά δοῦμε πίσω ἀπό τήν ἀθεΐα τή ρίζα τῆς φιλοδοξίας, πού ὑποκαθιστᾶ τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό· πίσω ἀπό τήν ἀσπλαγχνία τή φιλαργυρία, πού βάζει τό χρῆμα πάνω ἀπό τήν ἀγάπη πρός τόν ἀδελφό, καί πίσω ἀπό τήν ἀπελπισία τή φιληδονία, τήν ἐκφυλισμένη μορφή τῆς ἀγάπης πρός τόν ἑαυτό μας.
῾Η ἀθεΐα σκοτίζει, τυφλώνει τό λογικό καί δέν μποροῦμε νά δοῦμε τόν Θεό, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει παντοῦ. ῾Η ἀσπλαγχνία ἀλλοιώνει, στραγγαλίζει τό συναίσθημα καί ἀδυνατοῦμε νά ἀγαπήσουμε τόν συνάνθρωπό μας, πού εἶναι ἀδελφός μας. ῾Η ἀπελπισία ἀρρωσταίνει, τσακίζει τή βούληση, ὥστε δέν θέλουμε νά ἀντιληφθοῦμε τήν ὕπαρξή μας στήν πραγματική, τήν αἰώνια διάστασή της, δέν μποροῦμε νά πιστέψουμε στήν αἰωνιότητα, αὐτό ἀκριβῶς πού λαχταρᾶ ἡ ὕπαρξή μας. Καί στίς τρεῖς περιπτώσεις χάνουμε τήν ἐπαφή μέ τήν ἀλήθεια, κινούμαστε ἐκτός πραγματικότητος. ῎Ετσι ἡ ἀθεΐα, ἡ ἀσπλαγχνία καί ἡ ἀπελπισία γίνονται τρέλες.
«Χρόνια πολλά», μιά εὐχή πού πληθωρικά ἀκούγεται στήν ἀρχή τοῦ νέου ἔτους –καί ὄχι μόνο- σέ ὅλα τά πλάτη καί μήκη τῆς γῆς. Διατυπωμένη προφορικά σέ ποιητικό ἤ πεζό λόγο ἤ γραπτά μέ ἁπλά ἤ καλλιγραφικά γράμματα, σέ μιά κόλλα χαρτί ἤ σέ κάρτες ἐντυπωσιακές, σέ διάφορα ἔντυπα ἤ σέ ἠλεκτρονική μορφή, προβάλλει μέσα ἀπό τίς δύο λέξεις της τόν κοινό παναθρώπινο πόθο, τήν δίψα μας γιά ζωή. Καθώς διαχέονται ἀκόμη γύρω μας οἱ ἀπόηχοι τῆς ἑορταστικῆς ἀτμόσφαιρας ταιριάζει νά ἀποτολμήσουμε ἕναν σχολιασμό στό νόημα τῆς εὐχῆς.
Καί πρῶτα-πρῶτα, τί σημαίνει αὐτό τό «χρόνια πολλά»; Πόσα εἶναι τά πολλά χρόνια πού εὐχόμαστε; Δέν χορταίνουμε οὔτε μέ ἑκατό οὔτε μέ χίλια χρόνια, διότι εἴμαστε πλασμένοι γιά τήν αἰωνιότητα. Κι ἄν ὅλοι θέλουμε πολλά, ἀτέλειωτα χρόνια ζωῆς, ποιός ἀπό μᾶς ἀγνοεῖ ὅτι ἀργά ἤ γρήγορα τελειώνει ἡ ζωή μας σ' αὐτόν τόν κόσμο; Τό νέο ἔτος, πού μέ χαρές καί ἐλπίδες ὑποδεχθήκαμε, ἤδη προχωρεῖ καί ἡ δύση τῆς κάθε μέρας μειώνει τόν χρόνο πού ἀπομένει νά διανύσει ὁ καθένας μας πάνω στήν γῆ. Ρεαλιστικό ὅσο καί τραγικό ὀρθώνεται τό ἐρώτημα: «Ποῦ πᾶς, ἄνθρωπε; Μέ κάθε σου βῆμα τρέχεις γοργά-γοργά πρός τό μνῆμα». Διψοῦμε γιά ζωή καί ζώντας προχωροῦμε καθημερινά πρός τόν θάνατο!
Ὡστόσο, ἄν «ὁ κόσμος παράγεται (=περνᾶ καί φεύγει) καί ἡ ἐπιθυμία αὐτοῦ» (Α´ Ἰω 2,17), ἡ δύναμη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μένει εἰς τόν αἰῶνα. Αὐτός εἶναι «χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας» (Ἑβ 13,8). Νά τό σταθερό σημεῖο, ἡ βάση ὅπου μπορεῖ νά σταθεῖ ἡ εὐχή, γιά νά μήν μεταβάλλεται σέ κούφια λόγια, γιά νά μήν καταντοῦμε ἀνεδαφικοί ἀερολόγοι ὅταν τήν ἐπαναλαμβάνουμε. Ὡς Θεός ὁ Ἰησοῦς Χριστός δέν εἶναι μόνο αἰώνιος, πού θά πεῖ ὅτι δέν ἔχει τέλος. Εἶναι καί ἀΐδιος, δηλαδή δέν ἔχει ἀρχή. Οἱ ἄνθρωποι καί τά πνεύματα (ἄγγελοι, δαίμονες) ἔχουν ἀρχή, δέν εἶναι ἀΐδιοι, εἶναι ὅμως αἰώνιοι, διότι θά ὑπάρχουν πάντα.
Πλασθήκαμε «κατ᾿ εἰκόνα καί καθ᾿ ὁμοίωσιν τοῦ Θεοῦ». Στό «κατ' εἰκόνα» κρύβεται ἡ δύναμη τῆς αἰωνιότητος, ὁ σπόρος τῆς αἰωνιότητος πού ἀπό τήν δημιουργία μας φύτεψε μέσα μας ὁ Θεός. Στό «καθ᾿ ὁμοίωσιν» βρίσκεται ἡ ποιότητα τῆς αἰωνιότητος, ἄν, δηλαδή, θά εἴμαστε μαζί μέ τόν Θεό στήν αἰωνιότητα ἤ χωρίς τόν Θεό. Χωρίς τόν Θεό σημαίνει κόλαση ἤ, καλύτερα, σημαίνει ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπου νά προσλάβει τήν ἀγαπητική παρουσία τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος βέβαια εἶναι πανταχοῦ παρών. Ὁ Θεός εἶναι φῶς, ἀλλά τό φῶς αὐτό τό προσλαμβάνει καθένας ἀνάλογα μέ τήν ἐσωτερική του πνευματική κατάσταση. Τούς πιστούς τούς φωτίζει καί τούς εὐφραίνει τό φῶς τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ τούς ἀμετανόητους ἀπίστους τούς σκοτίζει καί τούς κατακαίει. Αὐτό εἶναι κόλαση! Δέν χρειάζονται οὔτε φωτιές οὔτε ἄλλα βασανιστήρια. Εἶναι, γιά νά χρησιμοποιήσω παράδειγμα ἀπό τήν αἰσθητή ἀνθρώπινη πραγματικότητα, ἕνα αἴσθημα σάν ἐκεῖνο πού θά ἔνιωθε κάποιος κλεισμένος σ' ἕναν χῶρο, ἔστω ἕνα εὐρύχωρο καί πλούσιο σαλόνι, ὅπου ὅμως δέν θά εἶχε τήν δυνατότητα νά ἐπικοινωνήσει μέ κανένα ἀγαπημένο του πρόσωπο. Καί νά εἶναι αὐτή ἡ κατάσταση ἀτέλειωτη, αἰώνια! Ποιός θά ἐπιθυμοῦσε νά ζήσει χρόνια πολλά σέ ἕνα τόσο τραγικό καί ἀκατάπαυστο μαρτύριο; Κανείς!Ἡ εὐχή μας «χρόνια πολλά» ἀποκτᾶ περιεχόμενο, ἀποπνέει γλυκύτητα, ὡραιότητα καί εὐφροσύνη, ὅταν τά χρόνια πού εὐχόμαστε εἶναι μέ τόν Χριστό, μέσα στήν δική του παρουσία καί χάρη. Μέ ἁπλά λόγια, «χρόνια πολλά» σημαίνει χρόνια αἰώνια.
Οἱ πολλοί σηκώνουν ἀδιάφορα τούς ὤμους ὅταν ἀκούσουν γιά αἰωνιότητα. Νομίζουν πώς εἶναι κάτι τό ὀμιχλῶδες καί ἀβέβαιο, πού θά ξεκαθαρισθεῖ μετά τόν θάνατο καί ποιός περιμένει μέχρι τότε γιά νά βεβαιωθεῖ ἄν ὑπάρχει μετά θάνατον ζωή, ἄν εἶναι πραγματικότητα ὁ παράδεισος καί ἡ κόλαση; Ἐδῶ εἶναι τό μεγάλο λάθος! Ἡ αἰωνιότητα ἀρχίζει ἀπό αὐτό τόν κόσμο, ἀπό τήν στιγμή τῆς ἔνταξης τοῦ πιστοῦ στό μυστικό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, στήν Ἐκκλησία. Ὅπως μέ τήν γέννηση τοῦ παιδιοῦ ἀρχίζει ἡ φυσική ζωή, πού τελειώνει μέ τόν θάνατο, ἔτσι μέ τήν πνευματική ἀναγέννηση πού συντελεῖται στό μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος ἀρχίζει ἡ πνευματική ζωή, πού ὀνομάζεται καί ἐν Χριστῷ, καί αἰώνια ζωή ἤ, ὅπως διαβάζουμε στήν ᾿Αποκάλυψη, χιλιόχρονη ζωή. Αὐτή ἡ ζωή δέν τελειώνει ποτέ, προσφέρεται δέ στούς πιστούς σέ τρεῖς δόσεις:
* Τήν πρώτη δόση τῆς αἰώνιας ζωῆς τήν ἀπολαμβάνουμε σ᾿ αὐτόν τόν κόσμο, ὅταν ζοῦμε ὡς ζωντανά μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Μέ τήν μελέτη τῆς ἁγίας Γραφῆς, μέ τήν προσευχή, μέ τήν ἐνσυνείδητη συμμετοχή μας στά ἱερά μυστήρια, μέ τήν ὅλη χριστιανική βιοτή, πού στηρίζεται στήν ἐφαρμογή τοῦ θεϊκοῦ παραγγέλματος «ἔκκλινον ἀπό κακοῦ καί ποίησον ἀγαθόν» (Ψα 33,15), ψηλαφοῦμε τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ, τοῦ πατέρα μας, συνομιλοῦμε μαζί του καί χαιρόμαστε τά δῶρα τῆς ἀγάπης του. Δέν ἔχουμε θλίψεις καί πειρασμούς, ἀρρώστιες, συκοφαντίες καί τόσα ἄλλα χτυπήματα; Καί βέβαια ἔχουμε! Δέν τά ἐξαλείφει αὐτά ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Μᾶς ὁπλίζει ὅμως μέ τήν χάρη του, ὥστε ὅλα τά δυσάρεστα νά γίνονται σκαλοπάτι πού μᾶς ἀνεβάζει στήν δόξα του, διαπιστευτήρια πού ἀποδεικνύουν τήν συγγένειά μας μέ τόν ἐσταυρωμένο Κύριο. Μέσα ἀπό τίς θλίψεις ὁ πιστός κοινωνεῖ στό πάθος τοῦ Χριστοῦ, «μεταλαμβάνει τῆς ἁγιότητος τοῦ Θεοῦ» (βλ. Ἑβ 12,10). Παίρνει δύναμη καί κουράγιο, ὥστε νά ἀπολαμβάνει γλυκύτερα, πιό χορταστικά τήν αἰώνια ζωή.
* Μετά τόν θάνατο ἀρχίζει ἡ δεύτερη δόση τῆς αἰώνιας ζωῆς. Γιά τούς λυτρωμένους, δηλαδή γιά ἐκείνους πού μετανοημένοι καί ἐξομολογημένοι κλείνουν τά μάτια στόν μάταιο αὐτό κόσμο, ἡ μετά θάνατον πραγματικότητα εἶναι τέλεια. Ἐδῶ δέν ὑπάρχουν πλέον θλίψεις καί δοκιμασίες, ἀλλά μία συνεχής καί ἀνεμπόδιστη κοινωνία τῆς ψυχῆς μέ τόν Χριστό, μέ τήν Παναγία, μέ τούς ἁγίους, μέ τούς ἀγγέλους. Εἶναι τέλεια, ὄχι ὅμως ὁλοκληρωμένη, διότι λείπει τό σῶμα.
* Ἡ χαρά τῆς αἰωνιότητος ὁλοκληρώνεται μέ τήν τρίτη δόση τῆς αἰώνιας ζωῆς, πού ἀρχίζει μέ τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου καί τήν τελική κρίση. Τότε ὁ πιστός, ψυχή καί σῶμα ἀναστημένο καί ἄφθαρτο σάν τό σῶμα τοῦ ἀναστημένου Ἰησοῦ Χριστοῦ, θά χαίρεται καί θά ἀπολαμβάνει τήν θεϊκή παρουσία καί μακαριότητα. Ἔτσι ἐκπληρώνεται στήν τελειότερη μορφή της ἡ εὐχή «χρόνια πολλά».
Ἡ ἐκπλήρωση τῆς εὐχῆς αὐτῆς εἶναι δεδομένη γιά τούς χριστιανούς, διότι σ' αὐτούς ἡ πίστη παρέχει ὡς κεκτημένο δικαίωμα τήν αἰωνιότητα. Ἀπό πλευρᾶς Θεοῦ, τά χρόνια τῶν πιστῶν εἶναι ὄχι ἁπλῶς πολλά, ἀλλά αἰώνια. Τό πόσο ἐμεῖς ἀξιοποιοῦμε αὐτό τό δικαίωμα ἐξαρτᾶται ἀπό τό πόσο ἐνεργοποιοῦμε, πόσο βιώνουμε τήν πίστη στήν ζωή μας. Πόσο τῆς ἐπιτρέπουμε νά μᾶς ἀνοίξει τά μάτια γιά νά ἀποκρυπτογραφήσουμε τήν σκοπιμότητα τῶν εὐχάριστων καί δυσάρεστων τῆς καθημερινότητας μέ τήν βεβαιότητα ὅτι γιά τήν χαρά καί τήν δόξα τοῦ παραδείσου μᾶς ἑτοιμάζει ὁ Θεός. Ἄς συμπληρώσουμε, λοιπόν, τήν εὐχή «χρόνια πολλά» μέ τήν προσευχή· «Κύριε, πρόσθεσέ μας πίστη, γιά νά ζοῦμε μέ συνεχῆ καί ἀληθινή μετάνοια»!
Ἀλλά ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δέν σταματᾶ ἐδῶ. ᾿Από τήν ὥρα πού ἡ παράβαση καί παρακοή τῶν πρωτοπλάστων θρυμμάτισε τήν ἀμεσότητα τῆς σχέσεώς τους μέ τόν Πλάστη καί τόν ἔκρυψε ἀπό τά μάτια τους, ᾿Εκεῖνος σχεδίασε τή φανέρωσή του. Εὐκρινέστατα προαναγγέλλεται ἡ πρώτη, ἡ ἱστορική φανέρωση τοῦ Θεοῦ μέ τό προφητικό κήρυγμα. ῞Ολη ἡ Παλαιά Διαθήκη καί μάλιστα οἱ προφητεῖες συνοψίζονται στήν ἐπαγγελία· «ἔρχεται ὁ Μεσσίας»! Καί ἡ ἐπαγγελία γίνεται ἱστορικό γεγονός μέσα στή μήτρα τῆς Παρθένου Μαρίας. ᾿Εκ Πνεύματος ἁγίου «σαρκοῦται ὁ ἄσαρκος», ὁ ῞Ενας τῆς Τριάδος. Συλλαμβάνει ἡ Παρθένος καί, ὅπως κάθε μάνα, κυοφορεῖ τόν Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ! Τόν γεννᾶ μέσα στό ταπεινό σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ, Τόν σπαργανώνει σάν ἕνα κοινό νεογέννητο βρέφος, Τόν ἀνακλίνει μές στή φάτνη τῶν ἀλόγων σάν τόν πιό φτωχό τῆς γῆς· Αὐτόν πού εἶναι ὁ Κύριος τοῦ παντός!
Ζυμωμένος μέ τήν ἴδια τήν ὑπόσταση καί τή ζωή τοῦ πεσμένου ἀνθρώπου ὁ πόνος δέν ἔπαυσε νά ἀποτελεῖ τό μεγάλο πρόβλημα, πού ἀναστατώνει τίς καρδιές καί ταράσσει τίς συνειδήσεις. Θλίψεις καί συμφορές δημόσιες καί ἰδιωτικές, πόλεμοι καί δουλεῖες, φυλακίσεις καί ἐξορίες, κατατρεγμοί καί βάσανα, ἀρρώστιες καί θάνατοι προκαλοῦν μία πελώρια συναυλία κραυγῶν καί παραπόνων, πού ἁπλώνεται σέ ὅλη τή γῆ, ἀπ᾿ τό καλύβι τοῦ ταπεινοῦ ξωμάχου μέχρι τό ἀρχοντικό τοῦ πλουσίου. Κανείς δέν μπορεῖ νά συμβιβασθεῖ μέ τόν πόνο, νά τόν ἀποδεχθεῖ ὡς συνοδοιπόρο ἀχώριστο τῆς ζωῆς του. Ἡ ἀπέραντη χορεία τῶν δυστυχισμένων, πού λιτανεύουν τόν πόνο τους μές στούς αἰῶνες, δέν ἔπαυσε νά ἐκφράζει τό πικρό της παράπονο γιατί νά ὑποφέρουμε;
Συνήθως τόν Ὀκτώβριο ξεκινᾶ ἡ ἐτήσια καλλιέργεια τῶν σιτηρῶν. Καί ἡ Ἐκκλησία μας ἐπίκαιρα τό μήνα αὐτό, τήν Κυριακή τῶν 365 Πατέρων τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, μᾶς θυμίζει τήν παραβολή τοῦ σπορέως. Εἶναι, λοιπόν, σέ ὅλους μας ταιριαστή ἡ εὐχή πού ἀνταλλάσσουν αὐτή τήν ἐποχή οἱ γεωργοί μας: «καλή σπορά!».
Πνευματική εἶναι ἡ σπορά πού ἐπιτελεῖται στήν Ἐκκλησία. Ὁ ἴδιος ὁ Ἀρχηγός καί Κύριός της Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Θεός πού ἔσπειρε τά ἄστρα καί τούς γαλαξίες στόν οὐρανό, πού φύτεψε τά λουλούδια καί τά δένδρα στή γῆ, ἦλθε στόν κόσμο σάν ἕνας ταπεινός Διδάσκαλος, ἕνας πνευματικός σποριάς. Ὄχι μέ διαταγή ἀλλά μέ ἀγωγή, μέ τήν ὑπομονετική καλλιέργεια, πραγματοποιεῖ τήν ἀλλοίωση τῶν ἀνθρώπων, τήν ἀναμόρφωση τοῦ κόσμου σέ «καινή κτίσι».
Εἶναι μία πρόσκληση καί ἀποστολή γιά σπορά ἡ ἐντολή τοῦ Κυρίου πρός τούς ἀποστόλους καί τούς μαθητές του· «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη» (Μθ 28,19). Ἡ ἀναγκαιότητα τῆς μαθητείας αὐτῆς εἶναι ἄμεση καί ἀνυπέρθετη γιά τό πρῶτο ξεκίνημα ἀλλά καί γιά τή συνέχεια τῆς πνευματικῆς ζωῆς. «Ὅπως ἡ γῆ πού δέν καλλιεργεῖται», διδάσκει ὁ ἅγιος Χρυσόστομος, «μεταβάλλεται σέ χερσότοπο καί γεμίζει ἀπό ἀγκάθια κι ἀγριόκλαδα, ἔτσι καί ἡ ψυχή πού δέν ἀπολαμβάνει πνευματική διδασκαλία, βλαστάνει ἀγκάθια καί τριβόλια».
Ρηχή, ἀνούσια καί ἄκαρπη καταντᾶ ἡ ζωή τοῦ χριστιανοῦ χωρίς τήν καλλιέργεια τοῦ θείου λόγου. «Ὅποιος δέν προσέχει τούς θεόπνευστους λόγους οὔτε φραγμό βάζει γύρω ἀπό τά χείλη του οὔτε τό αὐτί του ἀποστρέφει ἀπό μάταιους λόγους», παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Συμεών ὁ νέος Θεολόγος, ἐπισημαίνοντας δύο ἁπλές ἀλλά ἐμφανεῖς ἐκδηλώσεις τῆς ἀληθινῆς πνευματικότητος. Ὁ χριστιανός ἀκούει τόν θεῖο λόγο, δέχεται μέσα του τή θεία σπορά καί καρποφορεῖ ἐφαρμόζοντας αὐτά πού ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ διδάσκει. Ἕνας ἀπό τούς καρπούς εἶναι καί ἡ ἀνάγκη πού νιώθει ὁ πιστός νά γίνει κι ὁ ἴδιος, στά μέτρα τῶν δυνατοτήτων του, πνευματικός σποριάς. Νά μιλήσει στούς ἄλλους γιά τήν πηγή πού τόν ξεδίψασε, νά βάλει καί στά δικά τους χέρια τό ψωμί πού χόρτασε τήν πείνα του, νά τούς γνωρίσει τήν ἀλήθεια πού τόν φώτισε, νά τούς συνδέσει μέ τό λόγο τοῦ Θεοῦ!
Νομίζουμε ὅτι ἡ σπορά τοῦ θείου λόγου εἶναι ἔργο μόνο ὁρισμένων, τῶν κληρικῶν, τῶν θεολόγων, τῶν κατηχητῶν. Ὁπωσδήποτε ὑπάρχουν οἱ εἰδικοί, οἱ ἄξιοι καί ἐκλεκτοί τοῦ Θεοῦ, οἱ χαρισματικές μορφές, πού βαδίζουν στά χνάρια τῶν ἀποστόλων καί συνεχίζουν τή διακονία τοῦ Πατροκοσμᾶ. Ἀλλά δέν περιορίζεται σ᾿ αὐτούς τό ἔργο τῆς ἱεραποστολῆς. Εἶναι πόθος τῆς κάθε καρδιᾶς πού ἀγαπᾶ τόν Χριστό· ἕνα ἐλάχιστο ἀνταπόδομα στά θεϊκά του δῶρα, μία εἰλικρινής καί αὐθόρμητη κίνηση ἀγάπης πρός τά πλάσματά του, τούς συνανθρώπους μας.
Ἐσύ, ἀδελφέ μου, μιλᾶς στούς ἄλλους γιά τόν Θεό; Μεταφέροντας κάτι πού ἄκουσες ἤ διάβασες, προσφέροντας ἕνα χριστιανικό ἔντυπο, μία πρόσκληση γιά τό κήρυγμα, κυρίως ὅμως κάνοντας πράξη τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, γίνεσαι ἕνας μικρός εὐλογημένος σποριάς τοῦ θείου λόγου. Καλή σπορά, λοιπόν!
Τό εὐγενέστερο καί πιό θεάρεστο εἶδος προσευχῆς εἶναι ἡ δοξολογία. Ὄχι διότι μ᾿ αὐτή κάτι προσφέρουμε στόν οὕτως ἤ ἄλλως ὑπερτέλειο καί ἀνενδεῆ Θεό. Ἀποδίδοντας ὅμως δόξα στό ἅγιο ὄνομά του γινόμαστε ἐμεῖς, οἱ μικροί καί φθαρτοί ἄνθρωποι, κοινωνοί τῆς ἄφθαρτης δόξας του, μετέχουμε στό μεγαλεῖο του.
Διότι ὁ πιστός πού δοξολογεῖ τόν Κύριο αἴρεται πάνω ἀπό τά ὁρατά, στή σφαίρα τῆς ἀόρατης παρουσίας του, στό χῶρο τῆς ὑπερκόσμιας δόξας του. Αὐτή τήν ἁγιογραφική καί πατερική διδασκαλία πρακτικά ἐφαρμοσμένη προβάλλει ἡ ζωή τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, τοῦ ὁποίου ἡ μνήμη σημαδεύει τό μήνα αὐτό. Πολλά μεγάλα καί θαυμαστά καταγράφει ἡ ἱστορία τοῦ φλογεροῦ μαχητῆ τοῦ Χριστοῦ: Τό κολοσσιαῖο συγγραφικό του ἔργο -ἑρμηνευτικό καί κηρυκτικό-, τήν εὐαγγελική του φιλανθρωπία, τή σπάνια ὀργάνωση τῆς ἱεραποστολῆς ἐπί τῶν ἡμερῶν του. Ἐμεῖς θά λάβουμε τό μήνυμά μας ἀπό μία μόνο φράση, μέ τήν ὁποία ὁ ἅγιος Χρυσόστομος ἄρχιζε καί ἐπισφράγιζε τήν κάθε πράξη, τό κάθε περιστατικό τῆς ζωῆς του: «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν!».
Γνήσιος μαθητής καί μιμητής τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὁ χρυσολόγος ἅγιος πατέρας διασώζει στή ζωή του μία μικρογραφία τῆς ζωῆς Ἐκείνου. Ὅπως ὁ Ἰησοῦς Χριστός ὑπῆρξε «σημεῖον ἀντιλεγόμενον», ἔτσι καί ὁ Ἰωάννης. Ἀγαπήθηκε σφοδρά, ἀλλά καί μισήθηκε παράφορα. Σάν τόν ἀπόστολο Παῦλο, τοῦ ὁποίου ὑπῆρξε θαυμαστής, σ᾿ ὅλη του τή ζωή περιέφερε τό θάνατο καί τήν ἀνάσταση, τό σταυρό καί τή δόξα. Μία σειρά ἀντιθέσεων χαρακτηρίζει τό βίο του: Δύναμη καί ἀσθένεια, ἀναγνώριση καί παραγκωνισμός, δόξα καί καταφρόνια, καταξίωση καί διωγμός. Καί ἡ δύναμη πού συνέθετε τίς μεγάλες αὐτές ἀντιθέσεις; Ἡ δοξολογική προσευχή του!
Πολύ πρίν τόν ἀνεβάσει στόν ἀρχιεπισκοπικό θρόνο ἡ θεία πρόνοια καί ἡ ἀγάπη τοῦ λαοῦ, εἶχε διαλέξει γιά τόν ἑαυτό του τό θρόνο τοῦ σταυροῦ, γνωρίζοντας πώς αὐτός εἶναι ἡ δόξα τοῦ πιστοῦ. Γι’ αὐτό μποροῦσε σ᾿ ὅλα τά περιστατικά καί τίς δοκιμασίες νά ἐπαναλαμβάνει μ᾿ ἐμπιστοσύνη: «Δόξα τῷ Θεῶ πάντων ἕνεκεν!». Μ᾿ αὐτόν τόν γλυκύτατο ἐπίλογο ἔκλεισε τήν πολυβασανισμένη καί πολυώδυνη ἐπίγεια ζωή του, μέρα τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, στίς 14 Σεπτεμβρίου τοῦ 407· ἐκ τῶν ὑστέρων ἡ Ἐκκλησία μετέφερε τή μνήμη τῆς κοίμησής του στή 13η Νοεμβρίου.
«Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν!». Ἕνα μήνυμα μέ διαχρονικότητα, μέ ἐπικαιρότητα, μέ δύναμη καί χάρη. Ὅταν δοξάζεις τόν Θεό, ὅλα γίνονται ἔνδοξα καί ἱερά. Ζῆς τή χαρά, ὄχι μόνο στά εὐχάριστα ἀλλά καί στίς θλίψεις. Νιώθεις ὡς δῶρο τοῦ Θεοῦ, ὄχι μόνο τήν ὑγεία ἀλλά καί τήν ἀρρώστια. Βλέπεις τήν ἀγάπη του στήν ἐπιτυχία, ἀλλά καί στήν ἀποτυχία δέν δυσκολεύεσαι νά διακρίνεις τό θεῖο σχέδιό του. Δοξάζοντας τόν Θεό γιά ὅλα, ἔχεις τή δύναμη καί σ᾿ αὐτόν τό θάνατο νά ἀνιχνεύεις τή γλυκύτητα τῆς ζωῆς καί ν᾿ ἀντλεῖς ἔτσι τή μεγαλύτερη χαρά, αὐτή πού ἦλθε διά τοῦ Σταυροῦ σ᾿ ὅλο τόν κόσμο.
Δόξα τῷ Θεῷ! Μιά προσευχή ἡ ὁποία ἐκφράζει εἰλικρινῆ ἐμπιστοσύνη στόν Θεό, ἀνεπιφύλακτο ἄφημα στά πατρικά του χέρια, κι ἀποπνέει ἄρωμα ἁγιότητος. Ἄς μάθουμε νά τή λέμε συχνότερα!
Πολλά, ἀμέτρητα τά ἐρωτηματικά πού τριβελίζουν τό μυαλό τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τή γέννα του ὥς τή θανή του. Ἀπό τήν ὥρα πού ἀντιλαμβάνεται τόν κόσμο γύρω του τό παιδί «πυροβολεῖ» τούς μεγάλους μέ ἐρωτηματικά. Συχνά τούς φέρνει σέ δύσκολη θέση, καθώς ἐπίμονα ζητᾶ ἀπάντηση στά πιό ἀπίθανα καί περίπλοκα ἐρωτήματα. Μεγαλώνοντας αὐξάνει ἡ γνώση του. Μελετᾶ, μορφώνεται, μαθαίνει. Μήπως ὅμως περιορίζονται τά ἄγνωστα καί λιγοστεύουν τά ἐρωτηματικά του; Κάθε ἄλλο. Ὅσο αὐξάνει ἡ γνώση, ἄλλο τόσο μεγαλώνει ἡ ἄγνοια, γιά νά φθάσουμε στήν ταπεινόφρονα ὅσο καί σοφή ὁμολογία: ignoramus et ignorabimus, ἀγνοοῦμε καί θά ἀγνοοῦμε.
Τό γεγονός τοῦ μήνα, τοῦ ἔτους, τῆς προσωπικῆς μας καί τῆς πανανθρώπινης ἱστορίας εἶναι φυσικά ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ, πού σημειώνεται στό ἡμερολόγιο τῆς ἀνθρωπότητος ὡς Γέννηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἐπουράνιος Θεός κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό στή γῆ. Προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση, γιά νά προσεγγίσει τόν πεσμένο καί ἀποστάτη ἄνθρωπο, νά τόν ἀνορθώσει καί νά τόν ξαναδεχθεῖ στήν πατρική του ἀγκαλιά, χαρίζοντάς του τή λύτρωση!
Συγκλονίζει τήν ὕπαρξή μας ἡ ἀσύλληπτη θεϊκή συγκατάβαση: Κατέβηκε ὁ Θεός, γιά νά συναντήσει τόν ἄνθρωπο! Καί γίνεται ὁ συγκλονισμός συντριβή καί δέος, ὅταν συνειδητοποιήσουμε τήν καθοριστική σημασία τῆς ἀνθρώπινης ἀνταπόκρισης στή θεϊκή προσφορά: Μένει ἀπραγματοποίητη ἡ ποθητή συνάντηση καί ἀτελέσφορη ἡ προσφορά τοῦ Θεοῦ, ἄν δέν συγκατανεύσει ὁ ἄνθρωπος, ἄν δέν θελήσει ἐλεύθερα καί ἀβίαστα, πλήν ὁλόψυχα καί εἰλικρινά, νά ἀποδεχθεῖ καί νά ὑποδεχθεῖ τόν ἐνανθρωπήσαντα Θεό!
Ἀλλά πῶς μπορεῖ νά γίνει αὐτό; Τό ἐκφράζει ἁπλά, σχεδόν συνθηματικά, ὁπωσδήποτε ὅμως σαφέστατα, μία φράση πατερικοῦ λόγου· τήν ἀκοῦμε στό πρῶτο τροπάριο τοῦ Κανόνα τῶν Χριστουγέννων: «Χριστός ἐπί γῆς, ὑψώθητε»! Ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Θεοῦ καί ἡ κάθοδός του στή γῆ, γιά νά γίνει ἀντιληπτή, ἀπαιτεῖ τήν ἀνύψωση τοῦ ἀνθρώπου, τόν προσανατολισμό του πρός τά ἄνω.
Καθώς πλησιάζουν τά Χριστούγεννα, ἄς προσέξουμε τό μήνυμα τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας. Νά ὑψωθοῦμε! Νά ἀποσπασθοῦμε ἀπό τόν ἁμαρτωλό ἑαυτό μας, γιά νά ὑποδεχθοῦμε τόν ἐξ οὐρανοῦ Θεό μας. Νά ξεκολλήσουμε ἀπό τό χῶμα! Καί χῶμα δέν εἶναι μόνο ἡ φθορά καί τά τόσα πάθη ὅπου μᾶς ἔχει ρίξει ἡ ἁμαρτία. Καί τά ἐπιτεύγματα καί οἱ κατακτήσεις μας στόν τομέα τῆς ἐπιστήμης ἤ τῆς τεχνολογίας καί κάθε καλό χῶμα εἶναι, ὅταν δέν ἐξυπηρετεῖ τήν πνευματική μας ἄνοδο, ὅταν καταλαμβάνει τήν πρώτη θέση μέσα μας καί γίνεται ὁ θεός, τό εδωλό μας.
Χρειάζονται ἀποδείξεις; Ὑπῆρξε τάχα ποτέ ὁ ἄνθρωπος τόσο ἀνερμάτιστος καί ἀνασφαλής ἐσωτερικά ὅσο σήμερα; Θυμηθεῖτε τόν πανικό πού ζήσαμε πρίν λίγα χρόνια μέ τήν κατάρρευση τῶν διδύμων πύργων καί πρόσφατα μέ τό ξέσπασμα τοῦ τσουνάμι καί τοῦ τυφώνα Κατρίνα. Ἀναλογισθεῖτε τή φρενίτιδα πού ξεσήκωσε τελευταῖα ὁ φόβος τῆς γρίπης... τῶν πουλερικῶν. Γιατί ὅλα αὐτά; Διότι εμαστε ἐγκλωβισμένοι στά γήινα. Κι ὅμως, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ μέ τήν ἐνανθρώπησή του μᾶς εἰσήγαγε στήν πνευματική μας διάσταση. Συνανέστησε μαζί του «τό πρόσλημμα», τήν ἀνθρώπινη φύση καί τή συνεκάθισε στή δόξα τοῦ οὐρανοῦ. Μᾶς ἄνοιξε τό δρόμο γιά τόν οὐρανό καί μᾶς καλεῖ νά ὑψωθοῦμε. Πῶς; Πορευόμενοι μέ τήν καθοδήγηση τοῦ ἁγίου Πνεύματος στή γραμμή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας.
Εἶναι, πράγματι, πρόκληση φοβερή γιά τή σκέψη μας, ἐμπόδιο ἀξεπέραστο γιά τήν «τετράγωνη λογική» μας ὅτι ὁ Σωτήρας ἦρθε στόν κόσμο μέ τήν πιό ταπεινή μορφή, σάν ἕνα ἀδύναμο βρέφος. Καί σ᾿ αὐτό τό ἀδιανόητο προστίθεται καί τό ἄλλο: Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, πού «θέλει πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι» καί πού γι᾿ αὐτόν ἀκριβῶς τό λόγο σταυρώθηκε καί ἀναστήθηκε, δέν ἐξαναγκάζει κανέναν. Δέν δίνει ὑποχρεωτικά τή σωτηρία. Μέ ἀπόλυτο σεβασμό πρός τήν ἀνθρώπινη ἐλευθερία, περιμένει ἀπό τόν κάθε ἄνθρωπο ἀνεξαιρέτως νά συγκατατεθεῖ ἐλεύθερα στή θεϊκή προσφορά.